Η κυβέρνηση, επέλεξε να αναδείξει το γεγονός, ότι ο Γενικός Γραμματέας επαναβεβαίωσε τη δέσμευσή του, για σύγκληση νέας άτυπης διάσκεψης σε σχήμα 5+1, επανέφερε στο προσκήνιο τις συγκλίσεις που είχαν επιτευχθεί μέχρι το Κραν Μοντανά και διατήρησε ενεργό τόσο τον ΟΗΕ όσο και την Ευρωπαϊκή Ένωση στη διαδικασία. Πρόκειται αναμφίβολα για θετικά στοιχεία, ιδιαίτερα αν συγκριθούν με την προηγούμενη περίοδο στασιμότητας.
Ωστόσο, όποιος άκουσε προσεκτικά τη συνέντευξη τύπου του Αντόνιο Γκουτέρες, αντιλήφθηκε ότι το μήνυμά του ήταν πολύ πιο σύνθετο. Ο Γενικός Γραμματέας, δεν ανακοίνωσε ημερομηνία, για νέα πενταμερή. Δεν μίλησε για επανέναρξη διαπραγματεύσεων. Αντίθετα, έθεσε τρεις σαφείς άξονες προετοιμασίας: τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, τη μεθοδολογία και την ουσία του Κυπριακού. Και ήταν ακόμη πιο έντονος, όταν εξήγησε ότι δεν προτίθεται να συγκαλέσει άλλη μία διάσκεψη, που θα αποτύχει επειδή δεν έχει προηγηθεί η απαραίτητη προεργασία.
Αυτή, είναι ίσως η μεγαλύτερη διαφοροποίηση της νέας προσέγγισης του ΟΗΕ. Στο παρελθόν, οι διασκέψεις συγκαλούνταν με την ελπίδα ότι οι διαπραγματεύσεις θα παράξουν αποτέλεσμα. Ο Γκουτέρες επιχειρεί τώρα το αντίθετο: να υπάρξει πρώτα ουσιαστική προετοιμασία και μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι υπάρχουν πραγματικές πιθανότητες προόδου, να συγκληθεί η νέα 5+1. Δεν πρόκειται για μια διαδικαστική διαφοροποίηση, αλλά για αλλαγή φιλοσοφίας.
Η μεθοδολογία που προωθεί, κινείται πάνω σε έναν βασικό άξονα: την καταγραφή και επιβεβαίωση όλων των συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν μέχρι το Κραν Μοντανά, χωρίς να ανοίξουν εκ νέου κεφάλαια, που είχαν ήδη συμφωνηθεί. Για τον σκοπό αυτό, τα Ηνωμένα Έθνη προχωρούν ακόμη και στην αξιοποίηση ειδικού συνταγματολόγου, ο οποίος θα εργαστεί πάνω στο υφιστάμενο διαπραγματευτικό κεκτημένο, ώστε όλες οι πλευρές να ξεκινήσουν από την ίδια βάση.
Το ενδιαφέρον, είναι ότι αυτή η προσέγγιση επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί διαφορετικά από τη Λευκωσία. Κυβερνητικές πηγές, υποστήριξαν ότι τα ΜΟΕ δεν αποτελούν προϋπόθεση για τη νέα διάσκεψη και ότι η αναφορά στη μεθοδολογία αφορά αποκλειστικά την τεχνική προετοιμασία. Η ερμηνεία αυτή, δεν είναι αβάσιμη, αλλά απέχει από την πλήρη εικόνα. Ο ίδιος ο Γκουτέρες ενέταξε τα ΜΟΕ, τη μεθοδολογία και την ουσία, στο ίδιο πλαίσιο προετοιμασίας. Δεν είπε ότι χωρίς συμφωνία στα οδοφράγματα, δεν θα υπάρξει πενταμερής. Είπε όμως, ότι χρειάζεται να δημιουργηθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε η επόμενη συνάντηση να έχει πιθανότητες επιτυχίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της διαφορετικής ανάγνωσης. Η κυβέρνηση, επένδυσε πολιτικά στην ενεργότερη εμπλοκή του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρουσιάζοντάς την, ως διπλωματική επιτυχία. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι η διαδικασία εξακολουθεί να τελεί υπό αίρεση. Η πενταμερής, δεν αποτελεί δεδομένο γεγονός. Είναι ο επόμενος σταθμός μιας διαδρομής που προϋποθέτει συγκεκριμένα βήματα, πολιτική βούληση και, κυρίως, συνεννόηση μεταξύ των εμπλεκομένων.
Την ίδια ώρα, ούτε η τουρκική πλευρά, υπέστη διπλωματική πίεση. Αντιθέτως, η Άγκυρα εξακολουθεί να επαναλαμβάνει ότι η λύση δύο κρατών και η αναγνώριση της κυρίαρχης ισότητας των Τουρκοκυπρίων, αποτελούν τη μοναδική ρεαλιστική βάση, για το μέλλον του νησιού. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία, από την άλλη, εμφανίστηκε θετική στη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις πάγιες θέσεις της. Με άλλα λόγια, η τουρκική πλευρά θεωρεί ότι η νέα μεθοδολογία, δεν αναιρεί τις δικές της διεκδικήσεις, αλλά της επιτρέπει να συμμετάσχει στην προπαρασκευαστική διαδικασία χωρίς να μεταβάλει το πολιτικό της αφήγημα.
Αυτό ακριβώς, καταδεικνύει και τη δυσκολία του εγχειρήματος. Ενώ η Λευκωσία προβάλλει ως σημαντικό κέρδος την επαναφορά των συγκλίσεων και των παραμέτρων του ΟΗΕ, η Άγκυρα συνεχίζει να επενδύει στη λογική της κυρίαρχης ισότητας. Ο Γκουτέρες, απέφυγε επιμελώς να ανοίξει δημόσια αυτή τη σύγκρουση. Επέλεξε να επικεντρωθεί αποκλειστικά στη δημιουργία των προϋποθέσεων, που θα επιτρέψουν στις δύο πλευρές να καθίσουν ξανά στο ίδιο τραπέζι.
Σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η ενεργότερη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παρουσία του ειδικού απεσταλμένου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ραφαέλ Φίτο, δεν ήταν τυπική. Οι Βρυξέλλες, επιχειρούν να διαδραματίσουν πιο ουσιαστικό ρόλο, αξιοποιώντας τις σχέσεις τους με την Άγκυρα και την ευρωπαϊκή της ατζέντα, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθούν πρόσθετα κίνητρα, για επιστροφή στις συνομιλίες. Πρόκειται για μια εξέλιξη, που η Λευκωσία επιδιώκει εδώ και χρόνια και η οποία σήμερα φαίνεται να αποκτά πραγματικό περιεχόμενο.
Το μεγάλο ερώτημα ωστόσο, παραμένει αναπάντητο: αρκεί η διαδικασία για να παραχθεί αποτέλεσμα; Μέχρι στιγμής, όχι. Ούτε τα ΜΟΕ έχουν κλείσει, ούτε η μεθοδολογία έχει συμφωνηθεί πλήρως, ούτε η Τουρκία έχει εγκαταλείψει τις θέσεις της. Εκείνο που υπάρχει, είναι ένας οδικός χάρτης, ο οποίος οδηγεί-υπό προϋποθέσεις- σε μια νέα άτυπη πενταμερή πριν από το τέλος του έτους.
Το χρονικό περιθώριο είναι στενό. Ο Αντόνιο Γκουτέρες θέλει να αφήσει πίσω του, μια ουσιαστική πολιτική παρακαταθήκη στο Κυπριακό και όχι ακόμη μία άκαρπη διάσκεψη. Γι' αυτό και επιμένει τόσο έντονα στην προετοιμασία. Γνωρίζει, ότι μια νέα αποτυχία, θα κλείσει ίσως οριστικά το παράθυρο που άνοιξε μετά την επανενεργοποίηση του ενδιαφέροντος του ΟΗΕ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η πραγματική εικόνα, επομένως, βρίσκεται κάπου ανάμεσα στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και στις απαισιόδοξες εκτιμήσεις. Η επίσκεψη Γκουτέρες, δεν έφερε την πολυπόθητη πρόοδο, αλλά ούτε και απέτυχε. Δημιούργησε μια διαδικασία με αυστηρότερους όρους, σαφέστερη μεθοδολογία και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Το αν αυτή, θα οδηγήσει σε ουσιαστική επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, ή θα προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των χαμένων ευκαιριών, θα εξαρτηθεί λιγότερο από τις δημόσιες δηλώσεις και περισσότερο από τις αποφάσεις, που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες.
Μέχρι τότε, η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το ποιος δικαιώθηκε από τις δηλώσεις Γκουτέρες, ίσως έχει μικρότερη σημασία από το πραγματικό ερώτημα: υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για να πετύχει εκεί όπου απέτυχαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες;
Το βλέμμα και στο 2028
Δεν είναι μυστικό ότι το Κυπριακό θα αποτελέσει και το σημαντικότερο πολιτικό διακύβευμα της επόμενης προεδρικής αναμέτρησης. Με λιγότερο από δύο χρόνια να απομένουν μέχρι τις εκλογές του 2028, κάθε εξέλιξη γύρω από τις προσπάθειες επανέναρξης των συνομιλιών, αποκτά αναπόφευκτα και εσωτερική πολιτική διάσταση.
Για τον Νίκο Χριστοδουλίδη, η κινητικότητα που παρατηρείται σήμερα, αποτελεί ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα της εξωτερικής του πολιτικής. Μετά από χρόνια ακινησίας που ακολούθησαν το ναυάγιο του Κραν Μοντανά, κατάφερε να επαναφέρει το Κυπριακό στην κορυφή της διεθνούς ατζέντας, να εξασφαλίσει την ενεργότερη εμπλοκή του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, τον διορισμό της προσωπικής απεσταλμένης Μαρίας Άνχελα Ολγκίν και, κυρίως, την ουσιαστικότερη παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του ειδικού απεσταλμένου Ραφαέλ Φίτο. Αυτές είναι εξελίξεις που δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν.
Από την άλλη, η πολιτική αποτίμηση αυτής της κινητικότητας θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα και όχι από τη διαδικασία. Μέχρι στιγμής, δεν έχει υπάρξει επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, ούτε έχει μεταβληθεί η πάγια τουρκική θέση περί κυρίαρχης ισότητας και λύσης δύο κρατών. Αν η διαδικασία σταματήσει, πριν από την άτυπη πενταμερή, ή ακόμη και αν αυτή πραγματοποιηθεί χωρίς να οδηγήσει σε ουσιαστικές συνομιλίες, τότε το πολιτικό αφήγημα της «επανεκκίνησης του Κυπριακού» θα δεχθεί αναπόφευκτα αυστηρή δοκιμασία.
Εάν, αντίθετα, ο Γενικός Γραμματέας κατορθώσει μέχρι το τέλος της θητείας του, να οδηγήσει τις δύο πλευρές σε μια νέα διαδικασία με πραγματικές προοπτικές, τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θα μπορεί να υποστηρίξει ότι πέτυχε εκεί, όπου επί σχεδόν μία δεκαετία επικρατούσε απόλυτη στασιμότητα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση επενδύει τόσο έντονα στη διατήρηση της διεθνούς κινητικότητας, γύρω από το Κυπριακό.
Το πολιτικό στοίχημα ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Διότι στην κοινή γνώμη, δεν θα μετρήσει πόσες αποστολές επισκέφθηκαν την Κύπρο, ή πόσες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν. Θα μετρήσει αν η αυξημένη κινητικότητα μεταφράστηκε σε πραγματική πρόοδο, ή αν προστέθηκε ακόμη ένας κύκλος διπλωματικών προσπαθειών στη μακρά λίστα των ευκαιριών που χάθηκαν απέναντι στην πάγια τουρκική αδιαλλαξία.

