Οι συγκλονιστικές αυτές περιγραφές ανήκουν στον αρχαιολόγο Μιχάλη Ιακωβίδη, ο οποίος συμμετείχε στις εκταφές στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας, που ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2017, με στόχο τον εντοπισμό των οστών ασθενών που σκοτώθηκαν κατά τον τουρκικό βομβαρδισμό της 20ής Ιουλίου 1974.
Από την επίθεση της τουρκικής αεροπορίας στους δύο θαλάμους του Νοσοκομείου, έχασαν τη ζωή τους 33 άνθρωποι, ηλικίας 22 έως 80 ετών. Οι 31 ήταν ασθενείς, εκ των οποίων τρεις Τουρκοκύπριοι, ενώ σκοτώθηκαν επίσης δύο νοσοκόμοι. Οι σοροί δύο εκ των θυμάτων παραδόθηκαν τότε στις οικογένειές τους και τάφηκαν στις γενέτειρές τους.
Σύμφωνα με τον κ. Ιακωβίδη, κοντά στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας υπήρχε στρατόπεδο που χρησιμοποιείτο ως αποθήκη, γεγονός που εκτιμάται ότι αποτέλεσε τον πραγματικό στόχο της τουρκικής αεροπορίας. Για τον λόγο αυτό, οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφηκαν στους Θαλάμους 1 και 2, οι οποίοι βρίσκονταν πλησιέστερα στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Ο κ. Ιακωβίδης μίλησε στο ΚΥΠΕ για τις εκταφές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ύστερα από τις πολύχρονες προσπάθειες του αείμνηστου Ξενοφώντα Καλλή, ο οποίος πίεζε συστηματικά για τη διενέργεια εκσκαφών με στόχο τον εντοπισμό οστών αγνοουμένων, τόσο στις ελεύθερες όσο και στις κατεχόμενες περιοχές, με τη στήριξη του τότε Επιτρόπου Προεδρίας, Φώτη Φωτίου.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο αρχαιολόγος, «είχε θέσει ψηλά στις προτεραιότητές του τις εκταφές στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας», αναδεικνύοντας την επιμονή και την προσήλωση του Ξενοφώντα Καλλή στην προσπάθεια διαλεύκανσης μιας από τις πιο τραγικές σελίδες της κυπριακής ιστορίας.
Βομβαρδισμοί ωρών, κρατήρας και πρόχειρες ταφές
Ο βομβαρδισμός του Νοσοκομείου Αθαλάσσας ήταν συνεχής από τις 09:00 το πρωί έως τη 13:30 το μεσημέρι της 20ής Ιουλίου 1974. Όταν σταμάτησαν οι επιθέσεις, οι νοσοκόμοι της βάρδιας διαπίστωσαν ότι ο Θάλαμος 1 είχε καταστραφεί ολοσχερώς, ενώ στον Θάλαμο 2 υπήρχαν τραυματίες.
«Η μία βόμβα που έπεσε στον Θάλαμο 1 ήταν 500 λίβρες. Άφησε πίσω της έναν κρατήρα όσο ο μισός θάλαμος και τον σκάψαμε μετά», θυμάται ο αρχαιολόγος της ομάδας Καλλή, Μιχάλης Ιακωβίδης, ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο της εκσκαφής.
Η βόμβα άφησε πίσω της 31 νεκρούς ασθενείς και δύο νοσοκόμους. Οι πρώτοι νεκροί, περίπου 10 με 11 άτομα, θάφτηκαν πρόχειρα σε έναν κρατήρα πίσω από το σημερινό νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.
«Ο κρατήρας δημιουργήθηκε από τη βόμβα. Όταν κάναμε τις εκταφές βρήκαμε την καύση. Μύριζε θειάφι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι νοσοκόμοι διατηρούσαν τότε αναλυτικό αρχείο, στο οποίο καταγράφηκαν 33 θύματα από τον βομβαρδισμό.
«Τους νεκρούς τους τύλιγαν σε μπατανίες, αυτές τις καφέ που δεν παθαίνουν τίποτε. Τους πήραν σε άλλους θαλάμους, σε άλλα κρεβάτια και τους τύλιξαν μετά με σεντόνια. Οι σοροί άρχιζαν να μυρίζουν εξαιτίας της ψηλής θερμοκρασίας και έπρεπε να τους θάψουν. Αντιλαμβάνεστε ότι σε περιόδους κρίσης πρωτόκολλα δεν υπήρχαν. Ήταν καλοκαίρι και έπρεπε να θαφτούν. Ήταν καμένοι. Ήταν απίστευτη η μυρωδιά», περιγράφει ο αρχαιολόγος, ανακαλώντας τις μαρτυρίες των νοσοκόμων που συνέβαλαν καθοριστικά στις ανασκαφές.
Τα θύματα τάφηκαν στον κρατήρα και, σύμφωνα με τα ευρήματα των εκταφών, αρκετοί ήταν διαμελισμένοι, ενώ τα οστά εντοπίστηκαν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία μέσα στον κρατήρα, αποτυπώνοντας τη σφοδρότητα της έκρηξης.
Οι μαρτυρίες και τα κυπαρίσσια σε κύκλο
Πώς όμως άρχισε η διαδικασία που οδήγησε στις εκταφές του 2017;
Τον Μάιο του 1993, ο Τάκης Αγαθοκλέους, νοσοκόμος την περίοδο του βομβαρδισμού, μαζί με συναδέλφους του φύτεψε έντεκα κυπαρίσσια στο σημείο όπου εκτιμάται ότι είχαν ταφεί πρόχειρα τα θύματα.
«Ήταν ένα σημάδι για να κυκλώσει την περιοχή», εξηγεί ο αρχαιολόγος Μιχάλης Ιακωβίδης. Όπως αναφέρει, κατά τις ανασκαφές εντοπίστηκαν οστά που αντιστοιχούσαν σε τουλάχιστον 10 άτομα, ενώ ο τελικός αριθμός θα καθοριστεί μετά την ολοκλήρωση των ανθρωπολογικών εξετάσεων.
Σύμφωνα με τον κ. Ιακωβίδη, ο Τάκης Αγαθοκλέους είχε καταθέσει μαρτυρία ήδη από το 1981 στον Ξενοφώντα Καλλή, ο οποίος ανέλαβε να προωθήσει την υπόθεση. «Όταν έγινε σύμβουλος του Επιτρόπου Προεδρίας έθεσε ως προτεραιότητα το Νοράτλας και το Ψυχιατρείο, μαζί με άλλες υποθέσεις», αναφέρει.
Η πρώτη δοκιμαστική τομή πραγματοποιήθηκε στις 3 Αυγούστου 2017, με τη συμμετοχή τριών αρχαιολόγων, προκειμένου να επιβεβαιωθούν οι μαρτυρίες.
«Εκεί βρήκαν τις κουβέρτες και οστά», σημειώνει ο αρχαιολόγος.
Μετά την επιβεβαίωση των ευρημάτων, δόθηκε η απαραίτητη έγκριση και εξασφαλίστηκαν τα κονδύλια, με την ανασκαφή να ξεκινά την 1η Νοεμβρίου 2017.
Για να προχωρήσουν οι εργασίες, κόπηκαν εννέα από τα έντεκα κυπαρίσσια με τη συνδρομή του Τμήματος Δασών, ενώ ζητήθηκε και η βοήθεια ιδιωτικής εταιρείας, λόγω της παρουσίας αμιάντου στην περιοχή.
Όπως περιγράφει ο κ. Ιακωβίδης, το έδαφος καταβρεχόταν συνεχώς για να αποφεύγεται η εισπνοή αμιάντου, ενώ συλλέχθηκαν περίπου 100 κυβικά μέτρα αμιάντου και οικοδομικών υλικών, τα οποία οδηγήθηκαν για βιολογικό ενταφιασμό.
Οι χειρωνακτικές εργασίες ανάκτησης των σκελετικών καταλοίπων ολοκληρώθηκαν στις 16 Νοεμβρίου 2017, με την ομάδα να εντοπίζει οστά που ανήκαν σε 10 άτομα, ενώ ο οριστικός αριθμός των θυμάτων θα προκύψει μετά την ολοκλήρωση των ανθρωπολογικών εξετάσεων.
Τι απέγιναν τα υπόλοιπα θύματα
Ο Ξενοφών Καλλής παρέμενε ανήσυχος μετά την εκταφή, καθώς ένας από τους μάρτυρες είχε παραδώσει λίστα με 31 νεκρούς, αριθμός που δεν αντιστοιχούσε στα ευρήματα που είχαν εντοπιστεί μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Οι αρχαιολόγοι προχώρησαν σε έρευνα σε αρχεία του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών (ΓΤΠ), του ΡΙΚ και της Αρχιεπισκοπής, αναζητώντας μαρτυρικό υλικό και στοιχεία που θα βοηθούσαν στην ταυτοποίηση των θυμάτων.
«Εμένα με έστειλε στο Ελληνικό Κοιμητήριο», αναφέρει ο αρχαιολόγος Μιχάλης Ιακωβίδης, εξηγώντας ότι συναντήθηκε με τον Ανδρέα Καραγιάννη, τότε υπεύθυνο του κοιμητηρίου, ο οποίος άνοιξε τα αρχεία και βοήθησε στην έρευνα.
Από τα αρχεία του Ελληνικού Κοιμητηρίου, όπως αναφέρει, προέκυψε ότι 20 άτομα φαίνεται να είχαν ταφεί εκεί με ένδειξη προέλευσης «άσυλο».
Κατά την επίσκεψη στο κοιμητήριο, ο Πάμπος Αλκιβιάδης, νεκροθάφτης από το 1965 έως το 2000, υπέδειξε τον χώρο όπου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες του, είχαν ταφεί καμένα άτομα από το άσυλο.
Οι πλάκες έφεραν την ένδειξη «πεσόντες εισβολής».
Με βάση το αρχειακό υλικό του κοιμητηρίου, ο εργολάβος κηδειών Ανδρέας Κεκκούρης υπέδειξε επίσης στον αρχαιολόγο χώρους όπου πιθανόν να είχαν ταφεί άτομα από το άσυλο.
Όπως εξηγεί ο κ. Ιακωβίδης, έξι από αυτά τα άτομα πέθαναν μεταξύ 23 και 25 Ιουλίου 1974, ενώ οι υπόλοιποι μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γεγονός που υποδηλώνει ότι πιθανόν ήταν τραυματίες και υπέκυψαν αργότερα.
«Άρα για 10-11 ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Η λίστα απωλειών ήταν για πολύ περισσότερα άτομα», σημειώνει ο αρχαιολόγος, αναφερόμενος στη διαφορά ανάμεσα στα ευρήματα της εκταφής και στις καταγεγραμμένες απώλειες.
Οι μέρες των εκταφών το 2017
Αναμφίβολα για κάθε αρχαιολόγο η μέρα που εντοπίζονται οστά προκαλεί δέος. Η περίπτωση του Νοσοκομείου Αθαλάσσας είναι ίσως μια από τις ξεχασμένες ανθρώπινες ιστορίες αγνοουμένων μας. Οι συνάνθρωποί μας αυτοί κάηκαν από τον βομβαρδισμό και κανείς δεν τους αναζήτησε γιατί το «στίγμα» της περίθαλψης για ψυχιατρικές ασθένειες ήταν μεγάλο.
Τον ρωτάμε αν κάτι αποτυπώθηκε στο μυαλό του από τις εκταφές. Μας περιγράφει με συγκίνηση.
«Στα 2,5 μέτρα του κρατήρα βρήκαμε τους πεσόντες όπως ήταν οι περιγραφές. Μέσα στις κουβέρτες και τα σεντόνια. Βρίσκαμε γυαλιά που καρφωθήκαν πάνω τους, οικοδομικά υλικά, βρήκαμε γυάλινες αμπούλες με φάρμακο με ένδειξη Serenace. Βρήκαμε ίσως 30 αμπούλες και ο ένας την κρατούσε στο διπλωμένο χέρι του».
«Μια γυναίκα φορούσε κόκκινο φόρεμα, διατηρήθηκε σε άψογη κατάσταση δεν έλιωσε, ήταν νάιλον. Σκάψαμε σε βάθος 4 μέτρων και βρήκαμε κομμάτια από την βόμβα. Παρόλο που η εκταφή έλαβε χώρα 43 χρόνια μετά, το χώμα μύριζε θειάφι και υπήρχε ένα μαύρο στρώμα καύσης στο εσωτερικό του κρατήρα ».
Με βάση τις μαρτυρίες από το Ελληνικό Κοιμητήριο, 4-5 άτομα πρέπει να είναι θαμμένα στο Τετράγωνο 102 το οποίο βρίσκεται πίσω, νοτίως από το Μνημείο των Καταδρομέων εκεί όπου υπάρχουν 6 τάφοι με την ένδειξη «Πεσόντες εισβολής».
Οι άλλοι φαίνεται να είναι ενταφιασμένοι σε διαφορετικά σημεία του κοιμητηρίου. Το Ελληνικό Κοιμητήριο χωρίζεται σε τετράγωνα τα οποία καθορίζονται αριθμητικά και περιλαμβάνουν περίπου 100 με 120 τάφους έκαστο. « Επομένως, ο εντοπισμός των μη επισημασμένων τάφων καθίσταται εξαιρετικά δύσκολος», εξιστορεί ο αρχαιολόγος.
Επέμεναν οι νοσοκόμοι , έγινε επέκταση της εκσκαφής στο Ψυχιατρείο
Όταν ολοκληρώθηκε η εκσκαφή στο Ψυχιατρείο, ήρθαν ξανά οι μάρτυρες δηλαδή οι Τάκης Αγαθοκλέους, Γιώργος Τσολάκης και Κύπρος Δημοσθένους και επέμεναν ότι ίσως υπάρχει και άλλος τάφος πίσω από τον Θάλαμο 1. «’Εγινε επέκταση, κάναμε ανασκαφές και πράγματι βρήκαμε έναν κρατήρα εκεί που ήταν τα γραφεία των νοσηλευτών. Ήταν ο κεντρικός θάλαμος στη μέση και στην πίσω μεριά τα αποχωρητήρια. Ο Κύπρος Δημοσθένους μας έλεγε ότι πίσω από τα μπάνια υπήρχε ένας σηπτικός λάκκος . Τον σκάψαμε αλλά δεν βρήκαμε τάφο. Σκάψαμε και αλλού στο Θάλαμο 2. Καλύψαμε μεγάλη έκταση, χωρίς δυστυχώς να βρεθεί κάτι», διηγείται στο ΚΥΠΕ ο αρχαιολόγος Μιχάλης Ιακωβίδης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν θα κτιζόταν το νεκροτομείο του νέου ΓΝ Λευκωσίας ενημερώθηκε ο Ξενοφών Καλλής ο οποίος και ενημέρωσε με τη σειρά του για τα κυπαρίσσια και τον μαζικό τάφο και έτσι τα σχέδια ανέγερσης άλλαξαν.
«Στα πρόσφατα χρόνια όταν θα κτιζόταν το Νηπιαγωγείο της ΠΑΣΥΔΥ και ξεκίνησε η επιχωμάτωση και πάλι ο Καλλής τους είπε ότι πρέπει να γίνει ανασκαφή και μετά να κτιστεί. Ο Καλλής ό,τι έπρεπε να κάνει το έκανε. Και ήταν δική του ιδέα να ελεγχθούν και τα αρχεία σε ΓΤΠ, ΡΙΚ και Αρχιεπισκοπή και να γίνουν έρευνες στο Ελληνικό Κοιμητήριο», τονίζει ο αρχαιολόγος.
Τελικώς στο χώρο εντοπίστηκαν τα οστά δέκα ατόμων και ταυτοποιήθηκαν 7, έξι Ελληνοκύπριοι και ένας Τουρκοκύπριος.
Μαρτυρία και άλλου νοσοκόμου στη βάρδια
Το ΚΥΠΕ εξασφάλισε και μαρτυρία ενός άλλου νοσοκόμου, του Τάσου Χριστοδούλου που ήταν βάρδια στις 20 Ιουλίου.
«Ήταν 6 το πρωί. Σάββατο 20 Ιουλίου. Βγαίνοντας από τον θάλαμο και καθοδόν προς το αυτοκίνητό μου, κοίταξα προς την Μια Μηλιά αφού άκουσα τον βόμβο των μεταγωγικών της τουρκικής αεροπορίας που έριχναν αλεξιπτωτιστές στην Μια Μηλιά. Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει, ήταν η ώρα 8 το πρωί περίπου, άρχισαν τα βομβαρδιστικά να κτυπούν το Ψυχιατρείο καλύπτοντας την περιοχή όπου ήταν στρατόπεδο της Εθνικής Φρουράς. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι υπήρχαν εκεί δεξαμενές με εκρηκτικά και ήθελαν να τις βομβαρδίσουν. Εγώ με ένα συνάδελφο προσπαθούσαμε να πάμε από τον ένα θάλαμο στον άλλο. Θυμάμαι κρυφτήκαμε κάτω από ένα μικρό γεφύρι. Μείναμε εκεί ως τις 11 το πρωί», θυμάται ο νοσηλευτής.
Μας εξιστορεί ότι όταν όλα καταλάγιασαν και άρχισαν την έρευνα για νεκρούς και ζωντανούς ασθενείς, το αποτέλεσμα ήταν θλιβερό.
«’Ενας θάλαμος με ασθενείς ανατινάχθηκε βγάζοντας έναν κρατήρα σε μεγάλο βάθος. Αρχίσαμε να μαζεύουμε τους νεκρούς ασθενείς που ήταν περίπου καμιά 20αρια. Μεταφέρθηκαν σε φορτηγά στο νεκροτομείο του παλιού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Μαζέψαμε σε ένα θάλαμο τους υπόλοιπους ασθενείς που ήταν κτυπημένοι και μαζί με ιατρούς από το Νοσοκομείο Λευκωσίας αρχίσαμε να τους περιποιούμαστε, με ραφές όπου ήταν δυνατό. Αυτή η διαδικασία διήρκεσε ως τις 5 το απόγευμα. Ήταν μια γενική καταστροφή. Αρκετοί ασθενείς μάλιστα όταν βομβαρδίστηκαν οι θάλαμοι έτρεξαν έξω για να σωθούν. Αυτές οι εικόνες δεν φεύγουν ποτέ από το μυαλό», μας λέει με βαθιά συγκίνηση και πόνο.
Η περίπτωση του μικρού Γιαννάκη
Στην συγκλονιστική ιστορία του βομβαρδισμού του Νοσοκομείου Αθαλάσσας και των νεκρών του, προστίθεται και αυτή του μικρού Γιαννάκη Χαραλάμπους από τα Κατύδατα. Ο Γιαννάκης ασθένησε σε ηλικία τριών ετών. Η λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή που έλαβε του προκάλεσε απώλεια ομιλίας και επηρεάστηκε και η νοητική του ανάπτυξη. Δεν φοίτησε ποτέ του στο σχολείο και διέμενε στο σπίτι με τον παππού και τη γιαγιά του, ενώ η μητέρα του εργαζόταν για να μεγαλώσει τα τρία της ορφανά.
Η κηδεία των οστών του που ταυτοποιήθηκαν έγινε τον Ιούλιο του 2023. Σύμφωνα με τα όσα παρέθεσε τότε η Επίτροπος για ανθρωπιστικά θέματα Άννα Αριστοτέλους, την κύρια φροντίδα του Γιαννάκη Χαραλάμπους είχε η γιαγιά του η Ευρυδίκη και ο παππούς του ο Γιαννής, ο οποίος είχε αναλάβει και τον ρόλο του πατέρα για τα τρία ορφανά.
Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 η μητέρα του με τις δύο αδερφές του πήραν την απόφαση να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία και ο Γιαννάκης έμεινε πίσω αφού στην μακρινή χώρα απαγορευόταν η μετανάστευση ατόμων με τις ιδιαιτερότητές του. ‘Όταν οι «κηδεμόνες» του, ο παππούς και η γιαγιά του, παρουσίασαν προβλήματα υγείας και λόγω της απουσίας κρατικής κοινωνικής μέριμνας και φροντίδας, καθώς και της προκατάληψης ο Γιαννάκης μεταφέρθηκε το 1972 στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας.
Στις 20 Ιουλίου 1974, γράφτηκε ο επίλογος της ζωής του. Βρήκε τραγικό θάνατο κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού του νοσοκομείου από την τουρκική αεροπορία.
Στο χώρο όπου το 1974 στεγάζονταν οι θάλαμοι ασθενών και άλλα υποστατικά του νοσοκομείου Αθαλάσσας, πλησίον του Νεκροτομείου, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ανεγέρθηκε τον Φεβρουάριο του 2023 μνημείο με τα ονόματα όλων των πεσόντων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τότε επίτροπος Προεδρίας Φώτης Φωτίου, επί θητείας του οποίου άρχισαν οι εκταφές, ζήτησε συγγνώμη «για τη μεταχείριση που έτυχαν οι υποθέσεις των ασθενών του νοσοκομείου Αθαλάσσας καθώς και οι χώροι ταφής στην ευρύτερη περιοχή».
Είπε ότι οι απαντήσεις στις οικογένειες τους «θα μπορούσαν και έπρεπε να είχαν δοθεί εδώ και πολλά χρόνια, κάτι που δυστυχώς δεν έγινε».
ΚΥΠΕ