Για τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, η νέα πολιτική περίοδος δεν αφορά μόνο την αποτίμηση των βουλευτικών εκλογών. Αφορά, κυρίως, το ποιος θα καταφέρει να μετατρέψει το αποτέλεσμα του 2026 σε αφετηρία για τη μεγάλη μάχη των Προεδρικών.
Μόνο που τα δύο κόμματα αντιμετωπίζουν το 2028 από διαφορετική γωνία.
Στον ΔΗΣΥ, το μεγάλο στοίχημα είναι ποιος θα πάρει το χρίσμα για να οδηγήσει την παράταξη στην προεδρική αναμέτρηση. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η δυσκολία.
Η Πινδάρου μπροστά σε εσωτερική αναμέτρηση
Η εσωκομματική εξίσωση, έχει πλέον τρία ονόματα. Η Αννίτα Δημητρίου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου και ο Γιώργος Παμπορίδης έχουν αφήσει, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, ανοικτό το ενδεχόμενο, ή έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους, να διεκδικήσουν το χρίσμα. Ο Παμπορίδης μάλιστα, έχει τοποθετήσει δημόσια τον εαυτό του στην ίδια κούρσα, με την πρόεδρο του κόμματος και τον τέως πρόεδρο.
Αυτό αλλάζει τα δεδομένα. Γιατί μια εσωκομματική διαδικασία, με έναν βασικό διεκδικητή, είναι μια διαδικασία επιβεβαίωσης. Μια αναμέτρηση με τρεις ισχυρές προσωπικότητες, είναι μάχη πολιτικής κατεύθυνσης, συσχετισμών και μηχανισμών.
Και στον ΔΗΣΥ το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα επικρατήσει.Είναι και τι ΔΗΣΥ θα απομείνει μετά την επικράτηση του ενός.
Η Αννίτα Δημητρίου, έχει στα χέρια της το σημαντικότερο πλεονέκτημα: τον κομματικό μηχανισμό και τον θεσμικό ρόλο της. Μπορεί να εμφανιστεί ως η εκπρόσωπος της ανανέωσης, της νέας γενιάς και μιας παράταξης που επιχειρεί να κοιτάξει μπροστά. Η επανεκλογή της στην Προεδρία της Βουλής και η εκλογική επίδοση του κόμματος, της δίνουν επιπλέον πολιτικό κεφάλαιο.
Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου, δεν αντιμετωπίζει την προεδρική κούρσα, ως καινούργιο πεδίο. Έχει ήδη δώσει μια προεδρική μάχη, διαθέτει πολυετή παρουσία στην πρώτη γραμμή και τα τελευταία χρόνια έχει διατηρήσει ενεργό δίκτυο επαφών, μέσα και έξω από τον κομματικό χώρο. Η δική του στρατηγική, φαίνεται να πατά περισσότερο στην εμπειρία, στο Κυπριακό και στην εικόνα του πολιτικού, που μπορεί να διαχειριστεί, μια πιθανή ιστορική συγκυρία. Το ερώτημα που τίθεται πλέον δημοσίως, είναι αν θα διεκδικήσει το χρίσμα εντός ΔΗΣΥ, ή αν σε διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσε να κινηθεί με μεγαλύτερη αυτονομία.
Και στη μέση βρίσκεται ο Παμπορίδης.
Η παρουσία του, δεν είναι απλώς αριθμητική. Μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης. Ο ίδιος, έχει ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η εσωκομματική διαδικασία, ενώ έχει αφήσει να εννοηθεί, ότι δεν επιθυμεί μια μάχη που θα οδηγήσει σε βαθύτερο κατακερματισμό της παράταξης.
Με άλλα λόγια, ο Γιώργος Παμπορίδης, μπορεί να είναι υποψήφιος, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθεί και ο παράγοντας που θα επηρεάσει τις ισορροπίες μεταξύ των άλλων δύο.
Το πραγματικό ρήγμα
Η εσωτερική σύγκρουση στον ΔΗΣΥ έχει όμως βαθύτερη διάσταση από τα πρόσωπα. Πίσω από τα ονόματα υπάρχει ένα διαφορετικό ερώτημα: ποια στρατηγική πρέπει να ακολουθήσει η παράταξη για να επιστρέψει στο Προεδρικό.
Πρέπει να επενδύσει σε έναν υποψήφιο με ισχυρό κομματικό έρεισμα ή σε μια προσωπικότητα που μπορεί να διευρύνει την εκλογική βάση; Πρέπει να κινηθεί με έμφαση στην παράταξη ή να αναζητήσει γέφυρες προς το κέντρο και άλλους πολιτικούς χώρους; Και, κυρίως, ποια στάση θα κρατήσει απέναντι στον Νίκο Χριστοδουλίδη και στις εξελίξεις στο Κυπριακό;
Αυτό είναι το σημείο όπου οι προσωπικές φιλοδοξίες συναντούν τη στρατηγική του κόμματος.
Και όσο καθυστερεί η επίσημη έναρξη της διαδικασίας, τόσο το παρασκήνιο θα γίνεται εντονότερο.
Ήδη η δημόσια συζήτηση έχει αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από πυρήνες στήριξης, μετρήσεις, επαφές και προετοιμασία επιτελείων.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον ΔΗΣΥ, είναι επομένως να μετατραπεί η επιλογή υποψηφίου, σε προσωπική σύγκρουση, που θα αφήσει πληγές πριν καν αρχίσει η πραγματική προεδρική μάχη.
Το ΑΚΕΛ κοιτάζει αλλού
Στην άλλη πλευρά, το ΑΚΕΛ ακολουθεί διαφορετικό δρόμο. Δεν βιάζεται να αποκαλύψει πρόσωπο. Προσπαθεί πρώτα, να απαντήσει σε ένα διαφορετικό ερώτημα: ποια πολιτική συμμαχία μπορεί να διεκδικήσει την εξουσία το 2028.
Ο Γιώργος Λουκαΐδης, έχει περιγράψει έναν σχεδιασμό που δίνει προτεραιότητα στη συλλογική διαδικασία, στον πολιτικό προγραμματισμό και στη δημιουργία μιας ευρύτερης προοδευτικής συμμαχίας. Η λογική είναι σαφής: το πρόσωπο έχει σημασία, αλλά προηγείται η πολιτική πρόταση και η κοινωνική βάση, πάνω στην οποία θα στηριχθεί.Αυτό μπορεί να αποδειχθεί πλεονέκτημα.
Το ΑΚΕΛ, «αγοράζει» χρόνο, για να μετρήσει δυνάμεις, να εξετάσει πρόσωπα, να ανοίξει διαύλους και να δει ποιοι χώροι μπορούν να συναντηθούν σε μια κοινή υποψηφιότητα. Δεν είναι όμως χωρίς ρίσκο.
Η προσπάθεια δημιουργίας ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου, απαιτεί ισορροπίες. Χρειάζεται υποψήφιο, που να μπορεί να συνομιλήσει με την Αριστερά, αλλά να μην περιορίζεται σε αυτήν. Χρειάζεται πρόγραμμα, που να απαντά στην κοινωνία και όχι μόνο στους κομματικούς ψηφοφόρους.
Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, να πείσει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια αντι-ΔΗΣΥ ή αντι-Χριστοδουλίδη συμμαχία, αλλά για πραγματική πρόταση διακυβέρνησης.
Έτσι, το φθινόπωρο βρίσκει τα δύο κόμματα σε διαφορετικά σημεία.
Ο ΔΗΣΥ έχει μπροστά του μια μάχη προσώπων, αλλά στην πραγματικότητα διακυβεύεται η ενότητα, η ταυτότητα και η στρατηγική του. Το ΑΚΕΛ, έχει μπροστά του μια μάχη πολιτικής συγκρότησης, στην οποία το πρόσωπο θα πρέπει να έρθει να «κουμπώσει» πάνω σε μια ευρύτερη συμμαχία.
Και κάπου στο βάθος βρίσκεται το ίδιο μεγάλο ερώτημα: ποιος θα καταφέρει το 2028 να συγκροτήσει την πλειοψηφία. που απαιτείται για να φτάσει μέχρι το Προεδρικό.
Για τον ΔΗΣΥ, η πρώτη μάχη θα δοθεί μέσα στο σπίτι του.
Για το ΑΚΕΛ, η πρώτη μάχη θα δοθεί έξω από αυτό.
Ο ΔΗΣΥ έχει το πλεονέκτημα ενός ισχυρού μηχανισμού, αλλά κινδυνεύει να τον διαιρέσει η μάχη για το χρίσμα. Το ΑΚΕΛ, έχει την οργανωμένη βάση του, αλλά χρειάζεται να τη μετατρέψει σε μια πολύ ευρύτερη κοινωνική πλειοψηφία.
ο 2028 μπορεί να απέχει ακόμη σχεδόν δύο χρόνια, όμως οι πραγματικές μάχες δεν περιμένουν την επίσημη προκήρυξη της προεκλογικής περιόδου. Στον ΔΗΣΥ, η πρώτη κάλπη θα είναι εσωκομματική και θα κρίνει πολύ περισσότερα από ένα χρίσμα: θα δείξει ποιος έχει το πάνω χέρι και ποια κατεύθυνση θα πάρει η παράταξη.
Στο ΑΚΕΛ, αντίθετα, το στοίχημα, είναι να μετατρέψει την πολιτική αλλαγή από σύνθημα σε πλειοψηφικό ρεύμα.


