Σύμφωνα με την καταγγελία, ο ασθενής μεταφέρθηκε χθες το απόγευμα στις Πρώτες Βοήθειες με ασθενοφόρο, καθώς παρουσίαζε έντονη αδυναμία και δυσκολία στην αναπνοή.
Όπως αναφέρει η κόρη του, οι ιατρικές εξετάσεις ανέδειξαν σοβαρή λοίμωξη στους πνεύμονες, αυξημένους δείκτες φλεγμονής και χαμηλό κορεσμό οξυγόνου, ενώ ο ασθενής, σύμφωνα πάντα με την ίδια, αδυνατούσε ακόμη και να σταθεί στα πόδια του.
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι το Γενικό Νοσοκομείο επικοινώνησε με το Γερμανικό Ογκολογικό Ινστιτούτο προκειμένου να εξεταστεί η μεταφορά του ασθενούς. Ωστόσο, όπως καταγγέλλεται, για περίπου δύο ώρες δεν υπήρξε ανταπόκριση, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της οικογένειας να επικοινωνήσει τηλεφωνικά.
«Δεν υπάρχει κρεβάτι, πάρτε τον σπίτι»
Όπως αναφέρει η κόρη του ασθενούς, η οικογένεια ενημερώθηκε πως δεν υπήρχε διαθέσιμο κρεβάτι και ότι ο πατέρας της θα μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι και να νοσηλευθεί την επόμενη ημέρα.
Η ίδια υποστηρίζει ότι ζήτησε να αναλάβει κάποιος εγγράφως την ευθύνη σε περίπτωση που ο ασθενής επέστρεφε στο σπίτι, κάτι που, όπως αναφέρει, δεν έγινε.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την καταγγελία, αποφασίστηκε τελικά να παραμείνει ο ασθενής στο νοσοκομείο. Κλήθηκε ογκολόγος, ενώ ξεκίνησε αντιβιοτική αγωγή.
Η κόρη του ασθενούς εκφράζει έντονη αγανάκτηση για όσα, όπως υποστηρίζει, προηγήθηκαν, διερωτώμενη εάν χρειάστηκε να επιμείνει και να αντιδράσει έντονα προκειμένου να γίνει αυτό που θεωρούσε αυτονόητο για την κατάσταση της υγείας του πατέρα της.
Ζητούν απαντήσεις από τους αρμόδιους
Μέσα από την ανάρτησή της, η γυναίκα ζητά απαντήσεις από το Υπουργείο Υγείας και το Γερμανικό Ογκολογικό Ινστιτούτο, θέτοντας ερωτήματα για τα πρωτόκολλα που ακολουθούνται σε περιπτώσεις ογκολογικών ασθενών οι οποίοι παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα και χρειάζονται άμεση αντιμετώπιση.
Παράλληλα, ζητά να διευκρινιστεί τι ακριβώς συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά πόσο εφαρμόστηκαν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα.
Η ίδια ξεκαθαρίζει ότι στόχος της δεν είναι, όπως αναφέρει, η δημιουργία έντασης, αλλά να διασφαλιστεί ότι ένας ασθενής σε αντίστοιχη κατάσταση δεν θα χρειάζεται να φτάσει η οικογένειά του στο σημείο να «φωνάξει» για να εξασφαλίσει την απαραίτητη φροντίδα.