Για ορισμένους, αυτή η εμπειρία είναι μεμονωμένη. Για άλλους, τρόπος ζωής. Έρευνα σε σχεδόν 8.000 Αμερικανούς ενήλικες έδειξε ότι σχεδόν οι μισοί κοιμούνται παραπάνω τα Σαββατοκύριακα. Όπως είναι αναμενόμενο, οι έφηβοι φαίνεται να κοιμούνται περισσότερο από κάθε άλλη ηλικιακή ομάδα.
Λίγος επιπλέον ύπνος είναι ιδιαίτερα δελεαστικός για όσους δεν κοιμούνται αρκετά τις καθημερινές. Οι ενήλικες γενικά χρειάζονται περίπου επτά έως εννέα ώρες, ενώ οι έφηβοι οκτώ έως δέκα. Αυτό όμως δεν είναι πάντα εφικτό.
Έτσι προκύπτει το κρίσιμο ερώτημα: αν δεν κοιμάσαι αρκετά μες στην εβδομάδα, αξίζει να αναπληρώνεις το Σαββατοκύριακο; Κι αν το κάνεις, περιορίζονται οι συνέπειες της αϋπνίας;
Οι κίνδυνοι του πολύωρου ύπνου στο κρεβάτι
Για να καταλάβουμε γιατί ο παραπάνω ύπνος μπορεί να έχει αρνητικές πλευρές, βοηθά να δούμε τους δύο βασικούς μηχανισμούς που ρυθμίζουν τον ύπνο.
Ο πρώτος, η ομοιοστατική πίεση ύπνου, λειτουργεί σαν «ντεπόζιτο». Όσο περισσότερο μένουμε ξύπνιοι, τόσο γεμίζει και τόσο αυξάνεται η ανάγκη μας να ξαπλώσουμε. Ο δεύτερος, ο κιρκάδιος ρυθμός (το βιολογικό μας ρολόι), ρυθμίζεται καθημερινά από την έκθεση στο φως και το σκοτάδι, τις αλλαγές θερμοκρασίας, ακόμη και από το πότε τρώμε ή κινούμαστε. Αυτοί οι δύο μηχανισμοί συνεργάζονται για να μας φέρνουν νύστα την κατάλληλη ώρα κάθε βράδυ.
Όταν προσπαθούμε να αναπληρώσουμε τον χαμένο ύπνο, ρισκάρουμε να απορυθμίσουμε και τα δύο συστήματα. Αυτό ισχύει είτε πέσουμε στο κρεβάτι νωρίτερα είτε ξυπνήσουμε αργότερα. Καθώς ο επιπλέον πρωινός ύπνος μειώνει την πίεση ύπνου για την υπόλοιπη ημέρα, ενδέχεται να μη νυστάξουμε μέχρι αργά το βράδυ. Παράλληλα, επειδή δεν αλλάζει μόνο η ώρα του ύπνου αλλά και όλο το υπόλοιπο πρόγραμμά μας, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης στο φως, επηρεάζεται και το βιολογικό μας ρολόι.
Το αποτέλεσμα; Μπορεί να κοιμηθούμε παραπάνω το πρωί της Κυριακής, να καθυστερήσουμε να αποκοιμηθούμε το βράδυ και, όταν χτυπήσει το ξυπνητήρι στις 06:00 τη Δευτέρα, να μην έχουμε συμπληρώσει τις απαραίτητες ώρες. Έτσι, ο κύκλος ξεκινά από την αρχή. «Είναι σαν να αλλάζεις ωριαία ζώνη κάθε εβδομάδα», εξηγεί η Μέλιντα Κέισμεντ, ψυχολόγος ύπνου και διευθύντρια του Εργαστηρίου Ύπνου στο Πανεπιστήμιο του Όρεγκον.
Ωστόσο, παρότι ο ύπνος αναπλήρωσης θέλει προσοχή, δεν είναι πάντα κακή ιδέα.
Τα οφέλη του της ανάκτησης ύπνου
Οι επιστήμονες ακόμη διερευνούν τις ακριβείς επιπτώσεις της έλλειψης ύπνου στην υγεία και τις νοητικές λειτουργίες. Σε ελεγχόμενα εργαστηριακά πειράματα όμως, έχει φανεί ξεκάθαρα ότι μια δύσκολη νύχτα επηρεάζει τη φυσιολογία μας. Ορισμένες από αυτές τις συνέπειες μπορούν να αμβλυνθούν, αν όχι να αντιστραφούν, με λίγο παραπάνω ύπνο στη συνέχεια.
Σε μία μελέτη, όσοι κοιμήθηκαν μόλις δύο ώρες σε ένα 24ωρο εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα σε δύο τύπους λευκών αιμοσφαιρίων, δείγμα φυσιολογικού στρες. Την επόμενη νύχτα, σε ορισμένους συμμετέχοντες επιτράπηκε να κοιμηθούν οκτώ ώρες. Ακόμη κι έτσι, τα λευκά αιμοσφαίρια δεν επανήλθαν πλήρως. Αντίθετα, σε όσους δόθηκε η δυνατότητα να κοιμηθούν έως και 10 ώρες τη δεύτερη ημέρα, οι δείκτες επέστρεψαν σχεδόν στα αρχικά επίπεδα.
Σε άλλο πείραμα, 11 άνδρες που κοιμούνταν κανονικά οκτώ ώρες τη νύχτα περιορίστηκαν στις τέσσερις. Έξι νύχτες μειωμένου ύπνου ήταν αρκετές για να διαταράξουν τη ρύθμιση της γλυκόζης και την απόκριση της ινσουλίνης, αλλαγές που, αν διατηρηθούν μακροπρόθεσμα, αυξάνουν τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2. Όταν όμως ακολούθησαν έξι νύχτες όπου είχαν τη δυνατότητα να κοιμηθούν 12 ώρες, οι τιμές επέστρεψαν στο φυσιολογικό.
Άλλες δοκιμές έδειξαν ότι ο ύπνος αναπλήρωσης μετά από μια ολόκληρη νύχτα αγρυπνίας μπορεί να αποκαταστήσει τη νοητική απόδοση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο επιπλέον ύπνος του Σαββατοκύριακου (ή ο πρόωρος βραδινός ύπνος) σβήνει κάθε συνέπεια του «χρέους» ύπνου, ειδικά όταν η στέρηση διαρκεί εβδομάδες ή μήνες. Η εγρήγορση, η συγκέντρωση και ο χωρικός προσανατολισμός είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι τομείς. Στο κομμάτι αυτό, ούτε ο ύπνος του Σαββατοκύριακου μπορεί να αναιρέσει πλήρως τη ζημιά των καθημερινών.
Υπάρχει φυσικά και ο μεσημεριανός ύπνος, που βοηθά όσους έχουν ελλείψεις. Ωστόσο, οι σύντομοι υπολογισμένοι ύπνοι μελετώνται συνήθως ξεχωριστά από τον βραδινό ύπνο αναπλήρωσης.
Αναπληρώνοντας ώρες, σώζοντας ζωές
Τα παραπάνω πειράματα έγιναν σε τεχνητές εργαστηριακές συνθήκες. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματική ζωή;
Σουηδική μελέτη παρακολούθησε πάνω από 40.000 ενήλικες για 13 χρόνια. Όσοι ήταν κάτω των 65 ετών και κοιμούνταν τακτικά έξι με επτά ώρες τη νύχτα είχαν τα χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας. Αντίθετα, όσοι κοιμούνταν πέντε ώρες ή λιγότερο είχαν 65% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου. Στους άνω των 65 δεν διαπιστώθηκε συσχέτιση, γεγονός που οι ερευνητές αποδίδουν στο ότι οι ανάγκες για ύπνο μειώνονται με την ηλικία.
Εδώ όμως υπάρχει μια ανατροπή: ένας καλός ύπνος το Σαββατοκύριακο φάνηκε να εξαλείφει τον επιπλέον κίνδυνο για όσους κοιμούνταν κάτω από πέντε ώρες τις καθημερινές. Όταν αναπλήρωναν τις χαμένες ώρες στο τέλος της εβδομάδας, στατιστικά δεν είχαν υψηλότερο κίνδυνο θνησιμότητας από εκείνους που κοιμούνταν επαρκώς όλη την εβδομάδα.
Όλο και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι για τους περισσότερους υπάρχει μια «χρυσή τομή»: περίπου μία με δύο ώρες επιπλέον ύπνου.
Ακόμη κι όταν οι επιπτώσεις στην υγεία δεν αντιστρέφονται πλήρως, συχνά περιορίζονται. Μελέτη σε σχεδόν 2.800 Κορεάτες έδειξε ότι όσοι στερούνταν συστηματικά ύπνο είχαν 73% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν υψηλή αρτηριακή πίεση. Ωστόσο, κάθε επιπλέον ώρα ύπνου το Σαββατοκύριακο συνδεόταν με μειωμένο κίνδυνο κατά 17%.
Άλλες έρευνες κατέληξαν στο ότι όσοι αναπληρώνουν το Σαββατοκύριακο αντιμετωπίζουν μικρότερο κίνδυνο άνοιας, αλλά και μεταβολικού συνδρόμου, ενός συνόλου παραγόντων που αυξάνουν την πιθανότητα για διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακά νοσήματα.
Βέβαια, δεν κατέγραψαν όλες οι μελέτες οφέλη. Μεγάλη έρευνα στη Βρετανία δεν βρήκε σχέση ανάμεσα στον ύπνο αναπλήρωσης και τη μείωση της θνησιμότητας ή των καρδιαγγειακών παθήσεων, αλλά ούτε και κάποιον επιπλέον κίνδυνο από το χουζούρεμα.
Συνδυαστικά, αυτά τα ευρήματα εξηγούν γιατί ορισμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι το να βάζουμε ξυπνητήρι την ίδια ακριβώς ώρα κάθε μέρα, ανεξαιρέτως συνθηκών, μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα.
«Ορισμένοι φτάνουν στο σημείο να συνιστούν ξυπνητήρι ακόμα και τα Σαββατοκύριακα για λόγους σταθερότητας», αναφέρει ο Τιλ Ρένεμπεργκ, ομότιμος καθηγητής χρονοβιολογίας στο Ινστιτούτο Ιατρικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου LMU του Μονάχου. Ο ίδιος διαφωνεί: «Φυσικά και πρέπει να αναπληρώνουμε τον ύπνο μας. Ο ύπνος είναι μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες της ζωής μας».
Εξαίρεση αποτελούν όσοι υποφέρουν από αϋπνία. Η συνήθης θεραπευτική προσέγγιση συνιστά να αποφεύγεται τόσο ο πρόωρος βραδινός ύπνος όσο και το πρωινό χουζούρεμα, ακόμα και μετά από μια κακή νύχτα, καθώς μπορεί να διαταραχθεί περαιτέρω ο ρυθμός τους.
Πού βρίσκεται η «χρυσή τομή»
Το επόμενο ζήτημα είναι πόσο παραπάνω πρέπει να κοιμόμαστε ώστε να μεγιστοποιούμε τα οφέλη και να ελαχιστοποιούμε τις παρενέργειες.
Τα επιστημονικά δεδομένα συγκλίνουν στο ότι η ιδανική διάρκεια αναπλήρωσης είναι περίπου μία με δύο ώρες επιπλέον ύπνου.
Έρευνες στις ΗΠΑ και την Κορέα έδειξαν ότι αυτή η ποσότητα συνδέεται με τον χαμηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης, αλλά και με λιγότερες φλεγμονές σε ενήλικες που στερούνται συστηματικά ύπνο. Αντίστοιχα ευρήματα υπήρξαν και για νεότερες ηλικίες, με μείωση των δεικτών άγχους και κατάθλιψης.
Επομένως, ο επιπλέον πρωινός ύπνος μπορεί ώρες-ώρες να κάνει καλό. Αυτό όμως δύσκολα δικαιολογεί το να ξυπνάμε το μεσημέρι.
Πηγή: lifo.gr