Υπήρχε περίοδος σ’ αυτή τη χώρα που αν ήσουν διεθνής καταζητούμενος, φυγόδικος ολιγάρχης ή αμφίβολης ηθικής «επενδυτής», το κυπριακό διαβατήριο έφτανε στην πόρτα σου με εξπρές διαδικασίες, τυλιγμένο σε πατριωτική μπλε κορδέλα. Αν όμως είσαι ένα δεκάχρονο παιδί που έφτασε από τη μετεμφυλιακή Σερβία το 1996, μεγάλωσες στο νησί, σπούδασες, πληρώνεις μέχρι τελευταίας δεκάρας τους φόρους σου και διαφημίζεις την Κύπρο σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, το κράτος χρειάζεται τρεις δεκαετίες για να βεβαιωθεί ότι δεν αποτελείς... απειλή για την ευνομία.
Η χαρούμενη είδηση των ημερών (και η αλήθεια είναι πως χρειαζόμαστε περισσότερες τέτοιες τελευταία) είναι πως ο Μπόρα Μάρκοβιτς πολιτογραφήθηκε πλέον επίσημα Κύπριος πολίτης. Η ουσία όμως βρίσκεται στο πώς έφτασε ως εδώ.
Για 30 χρόνια, ο Μπόρα βρισκόταν εγκλωβισμένος σε μια νομική και διοικητική μαύρη τρύπα. Το «έγκλημά» του; Μια συστημένη επιστολή των γονιών του πίσω στη δεκαετία του '90, για την οποία η αρμόδια Αρχή έχασε την απόδειξη παραλαβής. Αυτή η κρατική αμέλεια μεταφράστηκε σε «μη θεμελίωση των απαιτούμενων χρόνων διαμονής». Κάθε αίτηση που υπέβαλε έτρωγε πόρτα. Η τελευταία του προσπάθεια το 2019 απορρίφθηκε εν μέσω υπηρεσιακής αναλγησίας το 2023, οδηγώντας τον στην απόγνωση. Η ιστορία του δημοσιοποιήθηκε τον περασμένο Ιούλιο από τον γνωστό τηλεορασάνθρωπο Δημήτρη Τοκκαρή, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Μπόρα στη βραχύβια εκπομπή περιηγήσεων Roaming Cyprus στο Sigma.
Η περίπτωσή του είναι το απόλυτο παράδειγμα των δομικών αγκυλώσεων της κυπριακής έννομης τάξης. Πρώτα η ομηρία του «Δικαίου του Αίματος» (Jus Sanguinis), μια άκαμπτη προσήλωση που τιμωρεί τα παιδιά για τις αβλεψίες των γονιών τους και κρατά χιλιάδες ανθρώπους που μεγάλωσαν εδώ σε καθεστώς θεσμικής «αορατότητας», και από κοντά η επιλεκτική ευαισθησία του «δημοσίου συμφέροντος». Βλέπετε, το Υπουργικό Συμβούλιο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να πολιτογραφεί κατ' εξαίρεση όποιον προσφέρει «εξαιρετικές υπηρεσίες στη Δημοκρατία». Κι όμως, η δωρεάν, πολυετής προβολή της Κύπρου από τον φακό του Μπόρα -κυρίως μέσα από τα προφίλ του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που μετρούν χιλιάδες followers- δεν θεωρούνταν «δημόσιο συμφέρον», σε αντίθεση με τις γνωστές να-μην-το-ανοίξω-τώρα περιπτώσεις διαπλοκής, διαφθοράς και υψηλών διασυνδέσεων.
Χρειάστηκε μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση του κόσμου στα social media (κλασικά) για να φέρει το θέμα στη Βουλή ο Χρίστος Χριστοφίδης και να αποφασίσει ο Υπουργός Εσωτερικών Κωνσταντίνος Ιωάννου να εφαρμόσει τα αυτονόητα.
Ο Μπόρα Μάρκοβιτς είναι πλέον Κύπριος και με τη βούλα όχι γιατί το σύστημα λειτούργησε, αλλά γιατί εκτέθηκε. Του πήρε μόνο 30 χρόνια, χιλιάδες followers, μερικά εκατομμύρια views κι ένα viral κράξιμο. Και είναι από τους «τυχερούς», άλλοι γεννήθηκαν, ζουν και θα πεθάνουν αόρατοι. Του ευχόμαστε «καλός Κύπριος πολίτης», αν και μεταξύ μας η επιμονή του να αποκτήσει την ιθαγένεια της χώρας που τον είχε για τρεις δεκαετίες στο περιθώριο είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη...