Μπορεί η επανάληψη να είναι «μήτηρ πάσης μαθήσεως» (ρωτήστε το «Κωνσταντίνου και Ελένης» περί αυτού) όμως στην προκειμένη μάλλον... παθήσεως. Δεν επαναλαμβανόμαστε από βίτσιο αλλά γιατί η κρατική υποκρισία, η διοικητική αδράνεια και οι τηλεοπτικοί αυτόκλητοι ευεργέτες επαναλαμβάνουν, σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια, το ίδιο ακριβώς βιολί. Όπως ακριβώς φωνάζουν κάθε χρόνο οι ίδιες οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία -η Κυπριακή Συνομοσπονδία Οργανώσεων Αναπήρων (ΚΥΣΟΑ), η Οργάνωση Παραπληγικών Κύπρου (ΠΟΠ), η Ομοσπονδία Συνδέσμων Ασθενών (ΟΣΑΚ)- εισπράττοντας την ίδια, συγκαταβατική, αδιαφορία.
Το ερώτημα, συνεπώς, για το 2026 δεν είναι πλέον τι πάει λάθος με τον Ραδιομαραθώνιο. Αυτό έχει αναλυθεί και αποδειχθεί εξαντλητικά: ο θεσμός, από αξιέπαινη ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από 36 χρόνια, πέρασε στην αγκαλιά του κρατικοδίαιτου ΡΙΚ και εκφυλίστηκε σε ένα τηλεοπτικό προϊόν ελεημοσύνης που ταυτίζει την αναπηρία με τον οίκτο και την επαιτεία, υποκαθιστώντας τις συνταγματικές υποχρεώσεις του κοινωνικού κράτους.
Το πραγματικό, βαθύτερο ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε σήμερα είναι ψυχολογικό και θεσμικό: Τι είναι αυτό που εμποδίζει τους ιθύνοντες από το να αλλάξουν στάση; Ποιοι μηχανισμοί αλαζονείας και πολιτικής σκοπιμότητας τους κρατούν περιχαρακωμένους σε ένα μοντέλο που η ίδια η αναπηρική κοινότητα απορρίπτει τόσο κατηγορηματικά;
Ο πρώτος και κυριότερος λόγος αυτής της ακαμψίας συμπυκνώνεται σε μια λέξη: έπαρση. Στα διοικητικά συμβούλια του ΡΙΚ, στα υπουργικά γραφεία, στις επιτροπές των «φιλανθρώπων» ακόμα και στο ίδιο το Προεδρικό κυριαρχεί η νοοτροπία του αυτόκλητου σωτήρα. Πρόκειται για την ακραία μορφή πατερναλισμού, όπου ο μη-ανάπηρος γραφειοκράτης θεωρεί αυθαίρετα ότι «γνωρίζει καλύτερα» τις ανάγκες των αναπήρων από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Πρόκειται βασικά για το αναπηρικό αντίστοιχο του mansplaining. Όταν η ΚΥΣΟΑ και οι θεσμικοί εκπρόσωποι των ατόμων με αναπηρία καταθέτουν συγκεκριμένες, τεκμηριωμένες προτάσεις για αλλαγή της φιλοσοφίας της διοργάνωσης -ώστε να προβάλλεται η προσβασιμότητα, η συμπερίληψη και τα ανθρώπινα δικαιώματα αντί για την επαιτεία- εισπράττουν μια συγκαταβατική απόρριψη. Οι αρμόδιοι τους αντιμετωπίζουν περίπου ως «αχάριστους ευεργετηθέντες» που δεν αντιλαμβάνονται το «μεγαλείο της προσφοράς τους».
Για να αλλάξουν στάση οι ιθύνοντες, θα έπρεπε πρώτα να επιδείξουν τη γενναιότητα να παραδεχτούν ότι επί δεκαετίες συντηρούσαν ένα παρωχημένο στερεότυπο. Η παραδοχή του λάθους απαιτεί ταπεινότητα και το συγκεκριμένος είδος δεν ευδοκιμεί, στην κρατική ραδιοτηλεόραση, η οποία -όπως φάνηκε και από την παραίτηση της Επιτροπής Προγραμμάτων και Ειδήσεων του Ιδρύματος όταν αγνοήθηκαν οι εισηγήσεις της για το θεσμικό ρόλο του Ραδιομαραθωνίου- κινείται με όλη την ευελιξία και τη σπιρτάδα ενός βραδύποδα.
Ο δεύτερος καταλύτης της ετήσιας εμμονής είναι η πολιτική υπεραξία της φιλανθρωπίας καθώς ο Ραδιομαραθώνιος προσφέρει ένα ανέξοδο, λαμπερό πάρτι δημοσίων σχέσεων. Όπως αποκάλυψαν με αιχμηρές παρεμβάσεις τους στην Κατερίνα Ηλιάδη η πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ, Θέμις Ανθοπούλου, και ο πρόεδρος της Οργάνωσης Παραπληγικών Κύπρου, Δημήτρης Λαμπριανίδης, ο θεσμός έχει μετατραπεί σε μια καθαρή πασαρέλα πολιτικών και χορηγών για τις κάμερες. Η Θέμιδα περιέγραψε μια εικόνα που συμπυκνώνει όλη τη σημερινή παράνοια: γονέας παιδιού με αναπηρία προσπαθούσε επί μήνες να εξασφαλίσει μια συνάντηση με πολιτικό αρχηγό για να συζητήσει ένα οξύ, καθημερινό πρόβλημα επιβίωσης και εκπαίδευσης του παιδιού του, και την ίδια ώρα έβλεπε τον ίδιο πολιτικό να ποζάρει χαμογελαστός στις τηλεοπτικές οθόνες προσφέροντας επιταγές στον Ραδιομαραθώνιο.
Η πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ έθεσε το ζήτημα στη σωστή του βάση, αποστομώνοντας τη γλυκερή ρητορική των ημερών: «Δεν χρειάζεται να μας αγαπάτε για να έχουμε δικαιώματα. Μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα». Η ισότιμη συμμετοχή στην κοινωνία δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συναισθηματική διάθεση ή τη φιλανθρωπική έξαρση κανενός. Πόσο μάλλον όταν αυτή η «φιλανθρωπία» στέκεται πάνω σε υποκριτική βάση. Όπως κατήγγειλε η κ. Ανθόπουλου, είδε σε φωτογραφία στα σόσιαλ περίπτερο του Ραδιομαραθωνίου τοποθετημένο πάνω σε όδευση τυφλών! Στήνεις έρανο για τα άτομα με αναπηρία και αποκλείεις την πρόσβαση των τυφλών συμπολιτών σου για να μαζέψεις λεφτά για εκείνους - λογικά θα αποτελεί παγκόσμια πατέντα. Αυτή είναι η ανάπηρη νοοτροπία μιας πολιτείας που κόβει κορδέλες ευαισθησίας την ώρα που καταπατά βάναυσα τα δικαιώματα των πολιτών της. Παράλληλα, η κ. Ανθόπουλου ανέδειξε και την ασυνέπεια των εταιρικών χορηγών: πώς είναι δυνατόν ασφαλιστικές εταιρείες να διαφημίζονται ως μεγάλοι ευεργέτες του Ραδιομαραθωνίου, όταν την ίδια ώρα αρνούνται να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη σε παιδιά με εκ γενετής αναπηρίες;
Ο τρίτος λόγος είναι η χρησιμότητα της φιλανθρωπίας ως φερετζές της κρατικής ανεπάρκειας και ποιος καλύτερος να το οργανώσει από τον νεροκουβαλητή της εκάστοτε εξουσίας, το ΡΙΚ ; Ο Δημήτρης Λαμπριανίδης αποκάλυψε μια αλήθεια που διαλύει τον μύθο του ετήσιου τηλεοπτικού «θαύματος»: το συνολικό ποσό που συγκέντρωσε ο Ραδιομαραθώνιος στα 35 και πλέον χρόνια της λειτουργίας του είναι μικρότερο από εκείνο που δαπανά το κράτος μέσα σε έναν μόλις χρόνο για την κοινωνική πρόνοια των ατόμων με αναπηρίες.
Αναλώνουμε απεριόριστες ανθρωποώρες, επιστρατεύουμε εθελοντές, δημοσιογράφους και ανθυποστάρ ενώ ταλαιπωρούμε παιδιά στους δρόμους για να μαζέψουμε «ψίχουλα», τη στιγμή που οι πραγματικές, εφιαλτικές ελλείψεις του κράτους παραμένουν... ελλείψεις. Ο κ. Λαμπριανίδης έθεσε το πιο δραματικό ερώτημα που αποφεύγουν συστηματικά οι τηλεοπτικοί αστέρες του ΡΙΚ και οι πολιτικοί προσκεκλημένοι: «Τι θα απογίνουν αυτά τα άτομα όταν πεθάνουν οι γονείς τους;»
Στην Κύπρο του 2026 υπάρχουν ηλικιωμένοι γονείς 90 ετών που φροντίζουν ενήλικα παιδιά 70 ετών με νοητική αναπηρία, μέσα σε απόγνωση και αβεβαιότητα, επειδή το κράτος αρνείται να δημιουργήσει δομές υποστηριζόμενης διαβίωσης και ένα αξιόπιστο μητρώο καταγραφής αναγκών. Αντί η δημόσια συζήτηση να επικεντρώνεται στη δημιουργία στεγών και υποστηρικτικών δομών αξιοπρέπειας, εξαντλείται στα χαμόγελα των δωρητών και στα «μάνα-μου-ρε» SMS των 10 ευρώ από τον καναπέ.
Γιατί λοιπόν δεν αλλάζει τίποτα; Διότι ο Ραδιομαραθώνιος προσφέρει μια αμοιβαία επωφελή συναλλαγή υποκρισίας. Το ανάλγητο κράτος και το ΡΙΚ αλληλοκαλύπτουν τη θεσμική τους γύμνια, εμφανίζοντας ως «κοινωνικό έργο» αυτό που στην πραγματικότητα είναι η συνταγματική τους υποχρέωση (προσβασιμότητα, συνοδοί στα σχολεία, θεραπείες, δομές). Οι πολίτες εε την αποστολή ενός γραπτού μηνύματος, εξαγοράζουμε την ήσυχη συνείδησή μας για τις υπόλοιπες 364 ημέρες του χρόνου. Ξεχνάμε τα αυτοκίνητα που παρκάρουμε πάνω σε ράμπες και πεζοδρόμια, τα δημόσια κτίρια που παραμένουν απρόσιτα, τις σχολικές αίθουσες που αποκλείουν παιδιά επειδή λείπουν οι συνοδοί. Όσο η κοινωνία συμβιβάζεται με την ιδέα ότι η αναπηρία είναι ζήτημα «καλής καρδιάς» και όχι νομικά κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα, οι ιθύνοντες δεν πρόκειται να αλλάξουν ούτε κόμμα.
Δεν χρειάζονται άλλοι δεκάρικοι λόγοι, δακρύβρεχτα μουσικά χαλιά και κοντινά πλάνα σε βουρκωμένα πρόσωπα. Η αναπηρική κοινότητα δεν θα μπορούσε να είνα πιο ξεκάθαρη: τα άτομα με αναπηρία δεν είναι ατραξιόν, δεν είναι επαίτες και δεν χρειάζονται το ντάντεμα κανενός. Αν οι οι ΡΙΚάδες, οι πολιτικοί και οι αρμόδιοι φορείς επιθυμούν πραγματικά να επιτελέσουν κοινωνικό ρόλο, ας κάνουν το αυτονόητο: ακούστε επιτέλους τους ανθρώπους που μάχονται καθημερινά για την αξιοπρέπειά τους, καταργήστε το φιλανθρωπικό πανηγύρι και μετατρέψτε τον εθελοντισμό σε διεκδίκηση δικαιωμάτων, προσβασιμότητας και υποδομών.
Απλά ακούστε.