Το ακόμα πιο εξοργιστικό στοιχείο της υπόθεσης είναι πως επρόκειτο για την τρίτη συνεχόμενη επίθεση που δέχθηκε το συγκεκριμένο παιδί μέσα σε διάστημα δεκαπέντε ημερών. Παρά τις επανειλημμένες γραπτές προειδοποιήσεις της οικογένειας προς το Υπουργείο Παιδείας και τη διεύθυνση του σχολείου, οι αρμόδιοι μηχανισμοί υπήρξαν απελπιστικά αδρανείς, υποβαθμίζοντας τα προηγούμενα περιστατικά ως «ατυχή συμβάντα» ή φτάνοντας στο σημείο να ισχυριστούν ότι το 11χρονο κορίτσι δήθεν «προκάλεσε» (λες και αυτό αποτελεί δικαιολογία για τη βίαιη επίθεση που υπέστη). Η ίδια η μητέρα συμπύκνωσε την τραγική πραγματικότητα με μια αμείλικτη διαπίστωση: «Το παιδί μου δεν το έστειλαν στο νοσοκομείο πέντε συμμαθητές της. Το έστειλαν δεκάδες εκπαιδευτικοί, η διευθύντρια, η επιθεωρήτρια και το ίδιο το Υπουργείο, που ενώ ήταν ενήμεροι, κρίθηκαν ανίκανοι να το προστατεύσουν».
Φυσικά το εν λόγω περιστατικό σχολικού εκφοβισμού, όσο άγριο και σοκαριστικό ακούγεται, δεν είναι το πρώτο και στα σίγουρα δεν θα είναι το τελευταίο, για την ακρίβεια το μπούλινγκ στα σχολεία έχει φτάσει πλέον στα επίπεδα όπου μπορεί να χαρακτηριστεί μάστιγα - κι αυτό μόνο από τα όσα περιστατικά πραγματικά καταγγέλλονται ή δημοσιοποιούνται (σκεφτείτε τις εκατοντάδες περιπτώσεις όπου τα θύματα υποφέρουν σιωπηλά). Ωστόσο ήταν το πρώτο εδώ και καιρό που προκάλεσε την έντονη αντίδραση ενός κόμματος που δεν μας έχει συνηθίσει σε πύρινες ανακοινώσεις για περιστατικά μπούλινγκ - μεταξύ μας, πολύ αμφιβάλλω αν το αναγνωρίζει καν ως πρόβλημα. Η απάντηση βέβαια στο «γιατί ασχολήθηκε» κρυβόταν σε κοινή θέα: οι συμμαθητές που έδειραν την 11χρονη έχουν μεταναστευτικό βιογραφικό. Το ΕΛΑΜ, με μια αστραπιαία ανακοίνωση, έσπευσε να κάνει σημαία τον ξυλοδαρμό της 11χρονης, επιχειρώντας να μετατοπίσει τη συζήτηση από τις εγκληματικές συστημικές ανεπάρκειες της σχολικής αστυνόμευσης και της πρόληψης, στο προσφιλές του αφήγημα: την παράνομη μετανάστευση.
Η παρέμβαση της ακροδεξιάς και των συντηρητικών «νοικοκυραίων» γενικότερα στην υπόθεση αυτή αποτελεί μνημείο πολιτικής υποκρισίας και διπλών ηθικών στάνταρ. Το ΕΛΑΜ και οι ιδεολογικοί του συνοδοιπόροι ουδέποτε ασχολήθηκαν ουσιαστικά με τη μάστιγα του σχολικού εκφοβισμού. Όταν οι δράστες βίαιων επιθέσεων, ξυλοδαρμών ή συστηματικού τραμπουκισμού στα σχολεία είναι Κυπριόπουλα η αντίδραση των ίδιων κύκλων είναι είτε η απόλυτη σιωπή είτε η πλήρης σχετικοποίηση. Στις αναρίθμητες περιπτώσεις που οι θύτες είναι «δικά μας παιδιά», η σχολική βία βαφτίζεται βολικά «παιδικός καβγάς», «μεμονωμένο περιστατικό» ή «παιδιαρίσματα της ηλικίας». Συχνά δε, οι δράστες δικαιολογούνται ή καλύπτονται, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που αναπαράγουν τις ίδιες εθνικιστικές, μισαλλόδοξες και εκφοβιστικές συμπεριφορές που διδάσκονται στο οικογενειακό ή κοινωνικό τους περιβάλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ακροδεξιά δεν εξίσταται, δεν εκδίδει πύρινες ανακοινώσεις και δεν ζητά αποβολές ή εξοντωτικές ποινές. Είτε το βουλώνει, είτε αρχίζει το ξέπλυμα.
Αρκεί όμως να εμπλακεί ένας αλλοδαπός μαθητής για να ενεργοποιηθούν αμέσως τα αντανακλαστικά της ρατσιστικής υστερίας. Ξαφνικά, οι κατά τα άλλα αδιάφοροι για την παιδική προστασία αυτόκλητοι «προστάτες των παιδιών μας» εξεγείρονται, κραυγάζουν και παρουσιάζουν το πρόβλημα του σχολικού εκφοβισμού ως... εισαγόμενο. Με μια απλουστευτική και επικίνδυνη στρέβλωση, καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι αν απελαθούν όλοι οι αλλοδαποί, η βία στα σχολεία θα εξαφανιστεί ως δια μαγείας - λες και ο εκφοβισμός δεν υπήρχε στην Κύπρο πριν από τις μεταναστευτικές ροές, λες και ΔΕΝ είναι καθημερινή μάστιγα με θύτες και θύματα από όλα τα μήκη και πλάτη της κοινωνίας.
Στην επίσημη ανακοίνωσή του, το ΕΛΑΜ έσπευσε να χαρακτηρίσει τον ξυλοδαρμό της μαθήτριας ως «παράδειγμα των συνεπειών της παράνομης μετανάστευσης», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για επίθεση «από αλλοδαπούς μαθητές» που συνδέονται με την παράνομη μετανάστευση. Και φυσικά δεν βρέθηκε ΕΝΑΣ νοικοκυραίος που έσπευσε με περισσή αγανάκτηση να σιγοντάρει τα ορφανά του Κασιδιάρη, να ρωτήσει βάσει ποιων στοιχείων και ποιας επίσημης ενημέρωσης κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα; Καμία αστυνομική αναφορά δεν καθόρισε το νομικό καθεστώς διαμονής των οικογενειών των εμπλεκόμενων 11χρονων παιδιών. Καμία έκθεση του Υπουργείου Παιδείας ή της Διεύθυνσης Δημοτικής Εκπαίδευσης δεν συνέδεσε το περιστατικό με την «παράνομη μετανάστευση». Αλλά ακόμα κι αν ήταν παιδιά παράνομων μεταναστών, πώς το αν έχουν χαρτιά οι γονείς τους ή όχι διαμορφώνει τη συμπεριφορά τους στο σχολείο; Αν οι γονείς τους είναι ανύπαρκτοι, αδιάφοροι, βάναυσοι ή τοξικοί μαλάκες αναμφίβολα, πού κολλάει όμως το αν βρίσκονται παράνομα στη χώρα μας ή όχι;
Πρόκειται για μια κλασική μέθοδο κατασκευής εχθρών: η αυθαίρετη απόδοση της ιδιότητας του «παράνομου μετανάστη» σε οποιονδήποτε μη ημεδαπό εμπλέκεται σε αρνητικό συμβάν. Το ΕΛΑΜ δεν ενδιαφέρθηκε για την ψυχολογική κατάσταση της 11χρονης, ούτε για τα κενά στην παιδονομία και την απουσία σχολικού συνοδού που κατήγγειλε η μητέρα. Ο μοναδικός του στόχος ήταν να διοχετεύσει ρατσιστικό δηλητήριο στην κοινή γνώμη, χρησιμοποιώντας το τραύμα ενός παιδιού ως φθηνό επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Κλασική μέθοδος μιας ιδεολογίας χωρίς υπόβαθρο, γνώσεις ή επιχειρήματα που απευθύνεται σε ακροατήριο με ακόμα χαμηλότερο IQ και ταπεινότερα ένστικτα.
Απέναντι στις λαϊκίστικες κορώνες και το ρατσιστικό μίσος, πρέπει να προταχθεί με απόλυτη σαφήνεια το αυτονόητο: το μπούλινγκ δεν έχει καταγωγή, εθνικότητα, τάξη, background, θρησκεία ή φυλή. Μπορούν όλα αυτά να αποτελέσουν αιτία ή αφορμή ώστε κάποιος να κάνει μπούλινγκ ή να πέσει θύμα του, όμως σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται σε αυτά. Ο σχολικός εκφοβισμός είναι ένα παγκόσμιο, σύνθετο κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο. Οποιοδήποτε παιδί -ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, κοινωνικής τάξης ή θρησκεύματος- μπορεί να βρεθεί στη θέση του θύτη, και οποιοδήποτε παιδί μπορεί να πέσει θύμα. Η βία δεν είναι γενετικό ή εθνικό χαρακτηριστικό αλλά συμπεριφορά που μαθαίνεται, καλλιεργείται και ανέχεται μέσα σε συγκεκριμένα κοινωνικά, οικογενειακά και σχολικά πλαίσια.
Όταν η δημόσια συζήτηση διολισθαίνει στην καταγωγή των δραστών, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι ο αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά αίτια και η συγκάλυψη των ευθυνών της πολιτείας. Η απόδοση της βίας στην εθνικότητα προσφέρει μια φθηνή «λύση» που απαλλάσσει το σχολείο, τους γονείς και την κοινωνία από την απαραίτητη αυτοκριτική και την ανάληψη ευθυνών.
Για να κατανοήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το μπούλινγκ, οφείλουμε να αφουγκραστούμε την επιστημονική κοινότητα και τους ειδικούς ψυχολόγους, αφήνοντας στην άκρη τις πολιτικές σκοπιμότητες. Όπως επισημαίνει ο σχολικός ψυχολόγος Γιώργος Πογιατζής, ο σχολικός εκφοβισμός είναι απόρροια και καθρέφτης της ίδιας της κοινωνίας μας. Τα παιδιά δεν γεννιούνται βίαια, λειτουργούν ως σπόγγοι που απορροφούν και αναπαράγουν τα πρότυπα συμπεριφοράς, την επιθετικότητα και τις διακρίσεις που παρατηρούν στο οικογενειακό τους περιβάλλον, στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στον δημόσιο λόγο. Η ψυχολογική ανάλυση αναδεικνύει την συναισθηματική αποστασιοποίηση και απάθεια, τις κοινωνικές δεξιότητες στοχοποίησης και τη ρευστότητα των ρόλων (ένα παιδί που ασκεί βία σήμερα μπορεί να έχει υπάρξει θύμα εκφοβισμού ή κακοποίησης στο παρελθόν) ως τις βασικές παραμέτρους για το προφίλ και τα αίτια της συμπεριφοράς των δραστών.
Η καταπολέμηση του σχολικού εκφοβισμού δεν επιτυγχάνεται με μισαλλόδοξα συνθήματα και κραυγές για απελάσεις. Απαιτεί ολιστικό σχεδιασμό, πολιτική βούληση και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις, όπως ενίσχυση της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, εκπαίδευση και ενεργοποίηση των «Θεατών» (δηλαδή εκείνων που παρακολουθούν ένα περιστατικό και συνήθως δεν κάνουν τίποτα) ώστε να μην παραμένουν απαθείς, συναισθηματική σταθερότητα και συνεργασία γονέων - σχολείου και καλλιέργεια ανεκτικότητας και αντιρατσιστικής παιδείας.
Η προστασία των παιδιών μας στα σχολεία είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στα χέρια των εμπόρων του μίσους. Η απάντηση στη βία δεν είναι ο ρατσισμός, αλλά η δικαιοσύνη, η παιδεία και η ουσιαστική στήριξη κάθε παιδιού που βρίσκεται σε κίνδυνο.