Όπως ανέφερε, «η εναρμόνιση του ωραρίου της Αστυνομίας με το ωράριο της Δημόσιας Υπηρεσίας δεν αποτελεί αιφνίδια ή μονομερή πρωτοβουλία. Αντιθέτως, υπήρξε διαχρονικό αίτημα των ίδιων των μελών της Αστυνομίας και των συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων».
Τόνισε παράλληλα πως το Μάϊο του 2019, μετά από θεσμική διαβούλευση στο αρμόδιο συλλογικό όργανο, το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τη σταδιακή μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 40 σε 37,5 ώρες, με ρητή πρόνοια ότι οποιεσδήποτε λειτουργικές ανάγκες θα εξετάζονταν στο πλαίσιο ευρύτερης αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού της Αστυνομίας.
Την ίδια ώρα πρόσθεσε πως το Δεκέμβριο του 2019, η Βουλή επικύρωσε την απόφαση αυτή και την ψήφισε σε Κανονισμό.
Ωστόσο, τόνισε, στην πράξη η εφαρμογή της υπήρξε αποσπασματική και άνιση, δημιουργώντας διαφοροποιήσεις μεταξύ προσωπικού γραφείου και προσωπικού βάρδιας, με συνέπειες τόσο στην επιχειρησιακή συνοχή όσο και στην αίσθηση δικαιοσύνης εντός του Σώματος.
Για λόγους που προκαλούν απορία, πρόσθεσε, ο Κανονισμός αυτός δεν εφαρμόστηκε από τους προκατόχους του, παρά το ότι είχε εγκριθεί θεσμικά και ψηφιστεί από τη Βουλή.
«Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να προχωρήσουμε στην εφαρμογή του, έστω και καθυστερημένα», είπε.
«Με την ευκαιρία αυτή θέλω επίσης να αναφέρω ότι, στο μεταξύ, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και συνολικής αναδιοργάνωσης της Αστυνομίας, ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες μελέτησαν σε βάθος τα ζητήματα ανθρώπινου δυναμικού, επιχειρησιακής απόδοσης και ευημερίας του προσωπικού. Τα συμπεράσματα ήταν ξεκάθαρα: η προσαρμογή των ωραρίων στις σύγχρονες συνθήκες εργασίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια σύγχρονη, αποτελεσματική και ανθρώπινη Αστυνομία», πρόσθεσε.
Σημείωσε πως, λαμβάνοντας υπόψη την επιχειρησιακή αποστολή και τις ανάγκες δημόσιας ασφάλειας, το δημοσιονομικό πλαίσιο και την ορθολογική αξιοποίηση προσωπικού, τις αρχές υγείας και ασφάλειας στην εργασία, τα ευρωπαϊκά πρότυπα διοίκησης σωμάτων ασφαλείας καθώς, και τις αυξημένες απαιτήσεις που απορρέουν από την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «άσκησα τις νόμιμες εξουσίες μου για προσαρμογή του ωραρίου και για να είμαι απόλυτα σαφής, τη μείωση του ωραρίου των μελών που εργάζονται με σύστημα βάρδιας, με μοναδικό στόχο την ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητας του Σώματος».
Την ίδια στιγμή ξεκαθάρισε πως ο εκσυγχρονισμός της Αστυνομίας δεν στρέφεται εναντίον των ανθρώπων της, αντιθέτως, γίνεται για αυτούς και μαζί με αυτούς.
«Μια σύγχρονη Αστυνομία οφείλει να προστατεύει τον πολίτη, αλλά και να σέβεται τον αστυνομικό. Να είναι αποτελεσματική, αλλά και δίκαιη. Να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής, χωρίς να εγκλωβίζεται σε πρακτικές του παρελθόντος. Η ευθύνη μου, παραμένει ξεκάθαρη: να οδηγήσω την Αστυνομία Κύπρου σε μια νέα εποχή επαγγελματισμού, αποτελεσματικότητας και σεβασμού, προς την κοινωνία και προς τα ίδια της τα μέλη», κατέληξε.