Ο κ. Αγγελίδης υπενθύμισε ότι στις 7 Μαΐου 2026 το Δικαστήριο χορήγησε άδεια για να μπορεί να καταχωρισθεί η αίτηση που εκδικάστηκε και αποφασίστηκε την Τρίτη. «Το Δικαστήριο συνόψισε 6 λόγους, οι οποίοι ηγέρθησαν και ζητούσαν την ακύρωση της έρευνας, ενώ κατέληξε ότι δύο από τους έξι λόγους ήταν επαρκείς για να μπορεί να εκδοθεί το προνομιακό ένταλμα και, ως εκ τούτου, επέλεξε να μην προχωρήσει στην εξέταση των υπόλοιπων λόγων, οι οποίοι υποστηρίζονταν από την αίτηση», εξήγησε.
Ο Σίμος Αγγελίδης σημείωσε ότι ένας από τους λόγους που δεν εξετάστηκαν ήταν ο ισχυρισμός ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που αφορά το δικηγορικό απόρρητο και τα προσωπικά δεδομένα, κάτι που, όπως τόνισε, «δεν αφορά τον δικηγόρο, ο οποίος είναι υπεράνω του νόμου, αλλά είναι για προστασία των υπολοίπων πελατών και των στοιχείων κάθε άλλης τρίτης υπόθεσης, οι οποίοι είναι άσχετοι με διερευνώμενο ένταλμα σύλληψης και στην οποία έχουν ήδη τεθεί και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, αλλά και στην κυπριακή νομολογία, συγκεκριμένες ασφαλιστικές δικλίδες, οι οποίες σαφέστατα δεν εφαρμόστηκαν ούτε στην προκειμένη περίπτωση».
«Άξιο αναφοράς, επίσης, είναι το γεγονός ότι ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τη Δημοκρατία δεν καταχώρισε ένσταση, λέγοντας συνοπτικά ότι η διαδικασία, η οποία είναι εν εξελίξει ενώπιον του Δικαστηρίου, πλέον είναι χωρίς λόγο, επειδή όλη η διερεύνηση έχει ολοκληρωθεί και έχει ήδη εκδοθεί συγκεκριμένο πόρισμα», επεσήμανε.
Ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τη Δημοκρατία «ανέφερε, επίσης, ότι ναι μεν εκτελέστηκαν και παραλήφθηκαν τα διάφορα τεκμήρια, αλλά δεν έτυχαν της οποιασδήποτε επεξεργασίας, αναφέροντας μάλιστα ότι και το ένα κινητό, το οποίο επεστράφη ήδη στην κατοχή του κυρίου Κληρίδη, αντιγράφηκε, αλλά ούτε και εκείνο έτυχε της οποιασδήποτε επεξεργασίας», είπε στο ΚΥΠΕ ο Σίμος Αγγελίδης. «Ως αποτέλεσμα», συνέχισε, «το Δικαστήριο είπε πως, παρότι δεν φέρει ένσταση η Δημοκρατία και επειδή ο δικηγόρος των αιτούντων ανέφερε ότι εξακολουθούν να κατακρατούνται τα παραληφθέντα τεκμήρια, (η έρευνα) δεν έχει απολέσει το αντικείμενό της και προχώρησε να κρίνει την ουσία γιατί προβάλλονταν 6 βασικοί λόγοι».
«Αυτό που έκρινε το δικαστήριο ήταν ότι το κατώτερο δικαστήριο, παρά τη σαφή νομολογία αλλά και τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφάλαιο 155), δεν κατάφερε να πείσει το ανώτερο δικαστήριο ότι έγινε η αναγκαία σύνδεση του αντικειμένου της έρευνας με τον συγκεκριμένο χώρο όπου εζητείτο η έρευνα», εξήγησε ο κ. Αγγελίδης. «Άρα, όταν το κατώτερο δικαστήριο κατέγραφε τις διάφορες προϋποθέσεις για τις οποίες ικανοποιήθηκε, παρόλο που μπορεί κάποιος να πει ότι συνάγεται, δεν περιέλαβε τη σύνδεση των αναζητούμενων αντικειμένων με τα υποστατικά και οχήματα των οποίων εζητείτο η έρευνα και τούτο κρίθηκε ότι ήταν επαρκές για να μπορέσει το Δικαστήριο να εγκρίνει το certiorari», τόνισε.
«Ενώ έκρινε το δικαστήριο ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις και υπήρξε η εύλογη υποψία διάπραξης για να διερευνηθούν κάποια αδικήματα, ενώ ικανοποιήθηκε ότι υπήρχε η άμεση εμπλοκή και σχέση του αιτούντος αναφορικά και με τη δημιουργία αλλά και τη φύλαξη των μηνυμάτων, ικανοποιήθηκε ότι υπήρξε εύλογη υπόνοια ότι αυτά τα αντικείμενα θα βοηθούσαν στο να αποδειχθεί η υπό διερεύνηση διαδικασία, αλλά και ότι τα περιστατικά της υπόθεσης καθιστούσαν την έκδοση του εντάλματος αναγκαία και ανάλογη, πλην όμως απέτυχε να βάλει ρητό λεκτικό, όπως οφείλει, ότι υπάρχει σύνδεση των αντικειμένων με τους χώρους όπου εζητείτο η έρευνα πριν να υπάρξει η έκδοση του αιτούμενου εντάλματος», υπογράμμισε.
«Αυτό που συμβαίνει ως νομικό αποτέλεσμα της έκδοσης αυτού του προνομιακού εντάλματος είναι ότι ακυρώνεται το ένταλμα έρευνας και καθετί που επακολούθησε δυνάμει αυτού του εντάλματος», επεσήμανε ο Σίμος Αγγελίδης, προσθέτοντας ότι «προφανώς κανένα μαρτυρικό υλικό ή τεκμήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την οποιαδήποτε διαδικασία έχει σχέση με τη διερεύνηση των ισχυρισμών που σχετίζονται με την υπόθεση ‘’Σάντη’’».
Την ίδια ώρα, είπε ότι η πλευρά του Νίκου Κληρίδη δημοσίως έχει αναφέρει ότι θα προχωρήσει σε καταχώριση αστικής αγωγής κατά του Γενικού Εισαγγελέα που αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία για τον τρόπο με τον οποίο η Αστυνομία έχει παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα λόγω του εσφαλμένου τρόπου με τον οποίο εκτελέστηκε το ένταλμα έρευνας, όπως αυτό εκδόθηκε στις 11 Απριλίου 2026.
Κληθείς από το ΚΥΠΕ να σχολιάσει τις συνέπειες από την έκδοση του προνομιακού εντάλματος, ο Σίμος Αγγελίδης σημείωσε ότι κάθε περίπτωση εντάλματος κρίνεται με τα δικά του πραγματικά και νομικά δεδομένα. «Από κει και πέρα, αυτό το certiorari έδωσε πρόσθετη καθοδήγηση σε κατώτερα δικαστήρια ότι οφείλουν, μεταξύ των διαφόρων προϋποθέσεων που θα ικανοποιούνται, να κάνουν σαφή και ρητή διασύνδεση των αντικειμένων με τους χώρους για τους οποίους πρόκειται να γίνει η έρευνα πριν να εκδώσουν το οποιοδήποτε ένταλμα», εξήγησε.
Όσον αφορά το θέμα του δικηγορικού απορρήτου, η νομολογία είναι καλά καταγεγραμμένη και επίσης αναφέρθηκε ρητά στην απόφαση που χορηγούσε την άδεια για να καταχωρισθεί το παρόν certiorari στις 07 Μαΐου 2026, επεσήμανε ο κ. Αγγελίδης. «Η Αστυνομία οφείλει κάθε φορά, όταν πρόκειται για έρευνα που αφορά δικηγόρο, να κάνει αυτά τα αυξημένα διαβήματα για να επιβεβαιώνει ότι τελικά το όποιο ένταλμα έρευνας θα εκτελείται κατά νόμιμο τρόπο, διότι προφανώς είναι προς το συμφέρον της Αστυνομίας να κάνει τη διαδικασία εξ υπαρχής ορθά, ούτως ώστε το οποιοδήποτε προϊόν προκύπτει από το ένταλμα έρευνας να μπορεί να αξιοποιηθεί και όχι να ακυρώνεται στη συνέχεια με certiorari και να μην μπορεί να αξιοποιηθεί για οποιονδήποτε σκοπό», τόνισε.
Καταληκτικά, ανέφερε ότι το certiorari αποτελεί δεδικασμένο που είναι δεσμευτικό για κάθε νέα περίπτωση, προσθέτοντας ότι θα πρέπει ο καθένας να λαμβάνει υπόψιν αυτό το επιπλέον διευκρινιστικό κριτήριο για να αποφεύγεται η ακύρωση ενός εντάλματος έρευνας που εκδίδεται και εκτελείται.