Η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη στο Πόρτσμουθ, με την εισαγγελία να υποστηρίζει ότι η γυναίκα είχε πέσει θύμα χειριστικής και ελεγκτικής συμπεριφοράς για έναν χρόνο πριν τελικά χάσει τη ζωή της.
Σύμφωνα με τη Daily Mail, ο 38χρονος Στίβεν Σέξτον, εργαζόμενος στη ναυπηγική βιομηχανία και πατέρας ενός παιδιού, σκότωσε τη 37χρονη Τζοάνα Ντέρκατς, σύμβουλο προσλήψεων προσωπικού, μετά τη διάλυση της σχέσης τους.
Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι ο Σέξτον προκάλεσε θανατηφόρα κατάγματα στον αυχένα της γυναίκας χρησιμοποιώντας τον πήχη ή την εσωτερική πλευρά του αγκώνα του, ύστερα από περίπου 12 μήνες «ελεγκτικής και εξαναγκαστικής συμπεριφοράς».
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ειπωθηκε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη στο στόχαστρο των Αρχών, καθώς λιγότερο από τρεις εβδομάδες πριν από τον θάνατο της Ντέρκατς εκείνη είχε προειδοποιήσει αστυνομικούς ότι ήταν «κακός άνθρωπος».
«Συνηθίζει να ξεσπάει»
Η 37χρονη είχε περιγράψει τον σύντροφό της ως «ναρκισσιστή», είχε δηλώσει ότι «δεν του αρέσει όταν βγαίνω έξω» και είχε εξηγήσει πως «έχει αυτή τη συνήθεια να ξεσπάει».
Η εισαγγελία υποστήριξε ότι υπήρχαν πολλά «προειδοποιητικά σημάδια» τα οποία δεν αξιολογήθηκαν σωστά από την Αστυνομία και ότι οι αστυνομικοί δεν αντιλήφθηκαν «μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει ο Σέξτον».
Παράλληλα, το δικαστήριο ενημερώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για επίθεση κατά της πρώην συζύγου του και ότι «είχε ιστορικό επιθέσεων σε προηγούμενες συντρόφους του».
Ο Σέξτον αρνείται τις κατηγορίες για δολοφονία, βιασμό και δύο περιπτώσεις εξαναγκαστικής ή ελεγκτικής συμπεριφοράς.
Η Τζοάνα Ντέρκατς βρέθηκε νεκρή στο σπίτι που μοιραζόταν με τον κατηγορούμενο στο Γουότερλουβιλ του Χάμσαϊρ στις 28 Δεκεμβρίου 2023. Οι ιατροδικαστικές εξετάσεις έδειξαν κατάγματα και στις δύο πλευρές του λαιμού της.
Η σχέση μετατράπηκε σε εφιάλτη
Το ζευγάρι διατηρούσε σχέση επί τρία χρόνια και ζούσε μαζί σε διαμέρισμα με τα δύο σκυλιά τους, την Μπέλα και τον Τέντι.
Σύμφωνα με την εισαγγελία, η συμπεριφορά του Σέξτον επιδεινώθηκε όταν έχασε τη δουλειά του και άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών. Η σχέση μετατράπηκε σταδιακά σε ένα περιβάλλον «ελεγκτικό και εξαναγκαστικό», ενώ κατά διαστήματα γινόταν και «βίαιο και απειλητικό».
Οι ένορκοι άκουσαν ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2023 η συμπεριφορά του είχε τρομοκρατήσει τη Ντέρκατς, η οποία είχε εκμυστηρευτεί στην αδελφή της ότι εκείνος είχε προσπαθήσει να τη στραγγαλίσει, αλλά κατάφερε να τον απωθήσει.
Αναφέρθηκε επίσης ότι της είχε πάρει επανειλημμένα το κινητό τηλέφωνο, ενώ σε εκρήξεις θυμού είχε καταστρέψει τόσο ένα κινητό όσο και τον φορητό υπολογιστή της.
Σε άλλη περίπτωση, την είχε κλειδώσει έξω από το σπίτι επειδή επέστρεψε περίπου 20 λεπτά αργότερα από ό,τι περίμενε, έπειτα από έξοδο με φίλους της.
Ζήλια και παράνοια
Από την πλευρά της, η εισαγγελέας ανέφερε ότι «με την πάροδο των μηνών η συμπεριφορά του περιλάμβανε ζήλια, παράνοια και προσπάθειες ελέγχου και απομόνωσής της».
Η ίδια πρόσθεσε ότι όταν ο Σέξτον την κλείδωσε έξω από το σπίτι, δήλωσε την εξαφάνισή της στην αστυνομία, «ελπίζοντας αναμφίβολα ότι οι αστυνομικοί θα τη βρουν για λογαριασμό του».
Ωστόσο, το περιστατικό είχε το αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς αποτέλεσε την αφορμή για να του ζητήσει να φύγει από το σπίτι και να καταγγείλει στην αστυνομία τόσο την καταστροφή του υπολογιστή της όσο και την κακοποιητική συμπεριφορά του.
Η Σάνον εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος δεν αποχώρησε αμέσως, καθώς τα σκυλιά τους είχαν μόλις γεννήσει κουτάβια και συμφωνήθηκε να παραμείνει μέχρι να πουληθούν. Παρ’ όλα αυτά, οι δυο τους κοιμούνταν πλέον σε διαφορετικά δωμάτια.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2023 δύο αστυνομικοί επισκέφθηκαν την Ντέρκατς στο πλαίσιο ελέγχου ευημερίας. Εκείνη τους είπε ότι ο σύντροφός της ήταν «πολύ ελεγκτικός», «ναρκισσιστής» και ότι «δεν του αρέσει όταν βγαίνω έξω». Πρόσθεσε ακόμη ότι «έχει αυτή τη συνήθεια να ξεσπάει».
«Όταν ξεσπάει δεν μπορεί να σταματήσει»
Η γυναίκα περιέγραψε τη συμπεριφορά του ως «βασανιστική» και τον χαρακτήρισε «κακό άνθρωπο», λέγοντας: «Δεν νομίζω ότι είναι διπολικός, αλλά όταν ξεσπάει δεν μπορεί να σταματήσει».
Παρά τα όσα κατήγγειλε, αρνήθηκε στους αστυνομικούς ότι ο Σέξτον είχε επιχειρήσει να τη στραγγαλίσει.
Η εισαγγελέας σχολίασε ότι η ίδια η Ντέρκατς «φαίνεται να έκανε το μοιραίο λάθος να τον υποτιμήσει».
«Είναι μία από τις τραγωδίες αυτής της υπόθεσης ότι, παρότι η Τζοάνα ήταν επιφυλακτική και υπήρχαν τόσα πολλά προειδοποιητικά σημάδια, ούτε εκείνη ούτε οι αστυνομικοί φαίνεται να αντιλήφθηκαν μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει ο Στίβεν Σέξτον όταν κατάλαβε ότι έχανε τον έλεγχό της», είπε στο δικαστήριο.
Και συνέχισε: «Η αισιοδοξία και η συμπόνια της ίσως της κόστισαν τη ζωή».
Κατά τη διάρκεια της δίκης έγινε επίσης γνωστό ότι ο Σέξτον έχει έναν γιο από τον προηγούμενο γάμο του με την Τάρα Σέξτον και ότι διαθέτει ποινικό μητρώο για επίθεση εναντίον της.
Η εισαγγελέας ανέφερε ότι οι ένορκοι θα ακούσουν στοιχεία σχετικά με προηγούμενες καταδίκες του για επίθεση κατά της πρώην συζύγου του, καθώς και για πρόκληση φθοράς στο κινητό της τηλέφωνο.
«Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς σημεία ζωής»
Το δικαστήριο ενημερώθηκε ακόμη ότι το άψυχο σώμα της Ντέρκατς βρέθηκε από την αδελφή της, Αρλέτα, η οποία ανησύχησε όταν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της και πέρασε από το σπίτι της στις 28 Δεκεμβρίου, επιστρέφοντας από το αεροδρόμιο, καθώς θεωρούσε ασυνήθιστο το γεγονός ότι δεν απαντούσε στις κλήσεις της.
Όταν έφτασε, βρήκε την πόρτα ξεκλείδωτη και τα σκυλιά να τρέχουν ανήσυχα μέσα στο σπίτι. Ο Σέξτον εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας δείχνοντας «πραγματικά τρομαγμένος» και ισχυρίστηκε ότι η Ντέρκατς δεν βρισκόταν εκεί, λέγοντας ότι είχε βγει με φίλους.
Η Αρλέτα του απάντησε ότι θα ανέβαινε επάνω για να τη δει, τον απώθησε και έτρεξε στον επάνω όροφο, όπου βρήκε την αδελφή της «ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς σημεία ζωής». Όπως κατέθεσε, το δέρμα της είχε αποκτήσει γκρι χρώμα.
Στη συνέχεια κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες φωνάζοντας: «Σκότωσες την αδελφή μου, σκότωσες την αδελφή μου».
Σύμφωνα με την εισαγγελία, εκείνη τη στιγμή ο Σέξτον βρισκόταν στην κουζίνα κρατώντας ένα μαχαίρι.
«Όταν τον είδε για πρώτη φορά με το μαχαίρι, την κοιτούσε επίμονα. Της είπε "δεν πρόκειται να φύγεις”», ανέφερε η Σάνον.
Η Αρλέτα κατέθεσε ότι ένιωθε «σαν να βρισκόταν σε ταινία», καθώς η κατάσταση έμοιαζε εξωπραγματική, ενώ ταυτόχρονα είχε παραλύσει από τον φόβο.
Όπως είπε στους αστυνομικούς, για μια στιγμή ο Σέξτον φαινόταν να μην ξέρει τι να κάνει. Στη συνέχεια έστρεψε το μαχαίρι προς τον εαυτό του και το ακούμπησε στον καρπό του. Η γυναίκα αντιλήφθηκε ότι εκείνη ήταν η ευκαιρία της να διαφύγει και έτρεξε έξω από το σπίτι.
Το δικαστήριο άκουσε, επίσης, ότι η Αρλέτα ούρλιαζε «σαν ζώο» καθώς απομακρυνόταν και ότι στη συνέχεια ειδοποιήθηκε η αστυνομία. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η δίκη, η οποία αναμένεται να διαρκέσει έξι εβδομάδες, συνεχίζεται.
ΠΗΓΗ: protothema.gr