«Κράτος Μαφία»: Η ανακοίνωση της Αρχής κατά της Διαφθοράς - Τα επόμενα βήματα και η μεγάλη δοκιμασία των θεσμών

«Κράτος Μαφία»: Η ανακοίνωση της Αρχής κατά της Διαφθοράς - Τα επόμενα βήματα και η μεγάλη δοκιμασία των θεσμών

Η ανακοίνωση της Αρχής Κατά της Διαφθοράς για την υπόθεση που συνδέεται με το βιβλίο «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη ήταν αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Όχι μόνο λόγω των προσώπων που φέρονται να περιλαμβάνονται στα ευρήματα της έρευνας, αλλά κυρίως γιατί ανοίγει μια νέα και ιδιαίτερα κρίσιμη φάση για τη λειτουργία των θεσμών και του κράτους δικαίου.

Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν αναμενόμενα έντονες. Ωστόσο, πίσω από τους πολιτικούς χαρακτηρισμούς και τις ανακοινώσεις, η ουσία βρίσκεται αλλού. Στο τι ακολουθεί από εδώ και πέρα.

Πρώτα από όλα, είναι απαραίτητο να γίνει μια σημαντική διευκρίνιση. Η δημόσια συζήτηση διεξάγεται επί της ανακοίνωσης της Αρχής και όχι επί του ίδιου του πορίσματος. Το πλήρες κείμενο της έκθεσης δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα και κατά συνέπεια η κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα, γνωρίζουν μόνο τα βασικά συμπεράσματα που επέλεξε να δημοσιοποιήσει η Αρχή.

Το γεγονός αυτό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε υποθέσεις τέτοιας σοβαρότητας απαιτείται ψυχραιμία και προσοχή. Πολύ περισσότερο όταν γίνεται λόγος για πιθανά αδικήματα και όχι για διαπιστωμένες ποινικές ευθύνες.

Το τεκμήριο της αθωότητας παραμένει απόλυτα ισχυρό για όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην υπόθεση. Ούτε η ανακοίνωση της Αρχής, ούτε το ίδιο το πόρισμα συνιστούν δικαστική απόφαση. Η όποια ποινική ευθύνη, μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσα από τις διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία και τελικά από τα αρμόδια δικαστήρια.

Αυτό ακριβώς, ήταν και το βασικό μήνυμα που επιχείρησε να στείλει ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης στην πρώτη του δημόσια αντίδραση. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τα όσα του αποδίδονται, υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί περί διαφθοράς και πλουτισμού καταρρίπτονται, ενώ παράλληλα ζήτησε την εξαίρεση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα από την εποπτεία της διαδικασίας, ώστε-όπως ανέφερε-να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για την αντικειμενικότητα της διερεύνησης.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε. Όχι ως προς την ουσία των καταγγελιών, αλλά ως προς το ποιος και με ποιο τρόπο θα χειριστεί τα επόμενα βήματα.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης επέλεξε μια θεσμική προσέγγιση, αποφεύγοντας να σχολιάσει το περιεχόμενο της υπόθεσης. Ξεκαθάρισε ότι η Κυβέρνηση αναμένει την παραλαβή και μελέτη του πορίσματος από τη Νομική Υπηρεσία και διαβεβαίωσε ότι η εκτελεστική εξουσία θα πράξει ό,τι απαιτείται για πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης στη βάση του Συντάγματος και της νομοθεσίας.

 Ακριβώς εδώ, εντοπίζεται και το κρισιμότερο σημείο της επόμενης ημέρας.

Η υπόθεση περνά πλέον στη Νομική Υπηρεσία, η οποία καλείται να αξιολογήσει τα ευρήματα και να αποφασίσει τα επόμενα βήματα. Πρόκειται για μια διαδικασία που θα βρεθεί κάτω από το μικροσκόπιο όχι μόνο των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν το σύνολο των κομμάτων, παρά τις διαφορετικές πολιτικές τους αφετηρίες, συγκλίνουν σε ένα βασικό αίτημα: Πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, χωρίς σκιές και χωρίς εκπτώσεις στη διαφάνεια.

Ο ΔΗΣΥ υπογράμμισε ότι τα όποια πιθανά αδικήματα πρέπει να διερευνηθούν πλήρως με σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας. Το ΑΚΕΛ έκανε λόγο για εξαιρετικά σοβαρά ευρήματα και ζήτησε να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων κατά τη διαδικασία διερεύνησης. Αντίστοιχες τοποθετήσεις διατυπώθηκαν από το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ, τη ΔΗΠΑ, το ΕΛΑΜ, τους Οικολόγους ενώ το Άλμα θα καταθέσει σήμερα ενώπιον της βουλής με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, δύο προτάσεις νόμου που θα παρέχουν στην Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς την εξουσία διορισμού ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και απευθείας παραπομπής υποθέσεων σε αυτούς, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση του Γενικού Εισαγγελέα

Η συζήτηση για τον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών κυριαρχεί ήδη στον δημόσιο διάλογο, ενώ παράλληλα επανέρχεται το ζήτημα των εξουσιών της ίδιας της Αρχής Κατά της Διαφθοράς. Πολλοί υπενθυμίζουν ότι κατά τη δημιουργία της εκφράστηκαν επιφυλάξεις για την απουσία ανακριτικών αρμοδιοτήτων, με αποτέλεσμα σήμερα να τίθεται ξανά το ερώτημα κατά πόσο ένας θεσμός που δημιουργήθηκε για την καταπολέμηση της διαφθοράς διαθέτει τελικά τα απαραίτητα εργαλεία για να ολοκληρώνει αποτελεσματικά το έργο του.

Πέρα όμως από τις πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις, υπάρχει και ένας παράγοντας που ίσως αποδειχθεί καθοριστικός. Η κοινωνία.

Τα τελευταία χρόνια η κυπριακή κοινωνία παρακολούθησε μια σειρά υποθέσεων που συνδέθηκαν με ζητήματα διαφθοράς, διαπλοκής και σύγκρουσης συμφερόντων. Ανεξάρτητα από κομματικές προτιμήσεις, ένα μεγάλο μέρος των πολιτών φαίνεται να αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη υπόθεση ως μια δοκιμασία αξιοπιστίας για το ίδιο το κράτος.

Το αίσθημα που κυριαρχεί, δεν είναι απαραίτητα η προεξόφληση ενοχής οποιουδήποτε προσώπου. Είναι η απαίτηση για απαντήσεις. Είναι η ανάγκη να διερευνηθούν όλα τα δεδομένα μέχρι τέλους, χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς την παραμικρή σκιά συγκάλυψης.

Οι πολίτες ζητούν ταυτόχρονα δύο πράγματα: Πλήρη σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας και πλήρη διερεύνηση όλων των ευρημάτων. Ζητούν διαφάνεια, λογοδοσία και μια διαδικασία που θα εμπνεύσει εμπιστοσύνη ανεξάρτητα από το τελικό της αποτέλεσμα.

Και τελικά εκεί θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία της επόμενης φάσης. Όχι στις πολιτικές ανακοινώσεις, ούτε στους καθημερινούς τίτλους της επικαιρότητας, αλλά στην ικανότητα των θεσμών να αποδείξουν ότι μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα, αποτελεσματικά και πάνω από κάθε υποψία.

Η ανακοίνωση της Αρχής Κατά της Διαφθοράς για την υπόθεση που συνδέεται με το βιβλίο «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη ήταν αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Όχι μόνο λόγω των προσώπων που φέρονται να περιλαμβάνονται στα ευρήματα της έρευνας, αλλά κυρίως γιατί ανοίγει μια νέα και ιδιαίτερα κρίσιμη φάση για τη λειτουργία των θεσμών και του κράτους δικαίου.

Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν αναμενόμενα έντονες. Ωστόσο, πίσω από τους πολιτικούς χαρακτηρισμούς και τις ανακοινώσεις, η ουσία βρίσκεται αλλού. Στο τι ακολουθεί από εδώ και πέρα.

Πρώτα από όλα, είναι απαραίτητο να γίνει μια σημαντική διευκρίνιση. Η δημόσια συζήτηση διεξάγεται επί της ανακοίνωσης της Αρχής και όχι επί του ίδιου του πορίσματος. Το πλήρες κείμενο της έκθεσης δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα και κατά συνέπεια η κοινωνία και τα πολιτικά κόμματα, γνωρίζουν μόνο τα βασικά συμπεράσματα που επέλεξε να δημοσιοποιήσει η Αρχή.

Το γεγονός αυτό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε υποθέσεις τέτοιας σοβαρότητας απαιτείται ψυχραιμία και προσοχή. Πολύ περισσότερο όταν γίνεται λόγος για πιθανά αδικήματα και όχι για διαπιστωμένες ποινικές ευθύνες.

Το τεκμήριο της αθωότητας παραμένει απόλυτα ισχυρό για όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην υπόθεση. Ούτε η ανακοίνωση της Αρχής, ούτε το ίδιο το πόρισμα συνιστούν δικαστική απόφαση. Η όποια ποινική ευθύνη, μπορεί να διαπιστωθεί μόνο μέσα από τις διαδικασίες που προβλέπει η νομοθεσία και τελικά από τα αρμόδια δικαστήρια.

Αυτό ακριβώς, ήταν και το βασικό μήνυμα που επιχείρησε να στείλει ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης στην πρώτη του δημόσια αντίδραση. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τα όσα του αποδίδονται, υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί περί διαφθοράς και πλουτισμού καταρρίπτονται, ενώ παράλληλα ζήτησε την εξαίρεση του Γενικού και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα από την εποπτεία της διαδικασίας, ώστε-όπως ανέφερε-να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για την αντικειμενικότητα της διερεύνησης.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε. Όχι ως προς την ουσία των καταγγελιών, αλλά ως προς το ποιος και με ποιο τρόπο θα χειριστεί τα επόμενα βήματα.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης επέλεξε μια θεσμική προσέγγιση, αποφεύγοντας να σχολιάσει το περιεχόμενο της υπόθεσης. Ξεκαθάρισε ότι η Κυβέρνηση αναμένει την παραλαβή και μελέτη του πορίσματος από τη Νομική Υπηρεσία και διαβεβαίωσε ότι η εκτελεστική εξουσία θα πράξει ό,τι απαιτείται για πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης στη βάση του Συντάγματος και της νομοθεσίας.

 Ακριβώς εδώ, εντοπίζεται και το κρισιμότερο σημείο της επόμενης ημέρας.

Η υπόθεση περνά πλέον στη Νομική Υπηρεσία, η οποία καλείται να αξιολογήσει τα ευρήματα και να αποφασίσει τα επόμενα βήματα. Πρόκειται για μια διαδικασία που θα βρεθεί κάτω από το μικροσκόπιο όχι μόνο των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν το σύνολο των κομμάτων, παρά τις διαφορετικές πολιτικές τους αφετηρίες, συγκλίνουν σε ένα βασικό αίτημα: Πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης, χωρίς σκιές και χωρίς εκπτώσεις στη διαφάνεια.

Ο ΔΗΣΥ υπογράμμισε ότι τα όποια πιθανά αδικήματα πρέπει να διερευνηθούν πλήρως με σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας. Το ΑΚΕΛ έκανε λόγο για εξαιρετικά σοβαρά ευρήματα και ζήτησε να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων κατά τη διαδικασία διερεύνησης. Αντίστοιχες τοποθετήσεις διατυπώθηκαν από το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ, τη ΔΗΠΑ, το ΕΛΑΜ, τους Οικολόγους ενώ το Άλμα θα καταθέσει σήμερα ενώπιον της βουλής με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, δύο προτάσεις νόμου που θα παρέχουν στην Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς την εξουσία διορισμού ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών και απευθείας παραπομπής υποθέσεων σε αυτούς, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση του Γενικού Εισαγγελέα

Η συζήτηση για τον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών κυριαρχεί ήδη στον δημόσιο διάλογο, ενώ παράλληλα επανέρχεται το ζήτημα των εξουσιών της ίδιας της Αρχής Κατά της Διαφθοράς. Πολλοί υπενθυμίζουν ότι κατά τη δημιουργία της εκφράστηκαν επιφυλάξεις για την απουσία ανακριτικών αρμοδιοτήτων, με αποτέλεσμα σήμερα να τίθεται ξανά το ερώτημα κατά πόσο ένας θεσμός που δημιουργήθηκε για την καταπολέμηση της διαφθοράς διαθέτει τελικά τα απαραίτητα εργαλεία για να ολοκληρώνει αποτελεσματικά το έργο του.

Πέρα όμως από τις πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις, υπάρχει και ένας παράγοντας που ίσως αποδειχθεί καθοριστικός. Η κοινωνία.

Τα τελευταία χρόνια η κυπριακή κοινωνία παρακολούθησε μια σειρά υποθέσεων που συνδέθηκαν με ζητήματα διαφθοράς, διαπλοκής και σύγκρουσης συμφερόντων. Ανεξάρτητα από κομματικές προτιμήσεις, ένα μεγάλο μέρος των πολιτών φαίνεται να αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη υπόθεση ως μια δοκιμασία αξιοπιστίας για το ίδιο το κράτος.

Το αίσθημα που κυριαρχεί, δεν είναι απαραίτητα η προεξόφληση ενοχής οποιουδήποτε προσώπου. Είναι η απαίτηση για απαντήσεις. Είναι η ανάγκη να διερευνηθούν όλα τα δεδομένα μέχρι τέλους, χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς την παραμικρή σκιά συγκάλυψης.

Οι πολίτες ζητούν ταυτόχρονα δύο πράγματα: Πλήρη σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας και πλήρη διερεύνηση όλων των ευρημάτων. Ζητούν διαφάνεια, λογοδοσία και μια διαδικασία που θα εμπνεύσει εμπιστοσύνη ανεξάρτητα από το τελικό της αποτέλεσμα.

Και τελικά εκεί θα κριθεί η επιτυχία ή η αποτυχία της επόμενης φάσης. Όχι στις πολιτικές ανακοινώσεις, ούτε στους καθημερινούς τίτλους της επικαιρότητας, αλλά στην ικανότητα των θεσμών να αποδείξουν ότι μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα, αποτελεσματικά και πάνω από κάθε υποψία.

Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

 

 

 

 

BEST OF TOTHEMAONLINE