Τέσσερις πυροβολισμοί εναντίον της 46χρονης συζύγου του στο Ζακάκι, η οποία πλέον δίνει τη δική της, οριακή μάχη για τη ζωή στο νοσοκομείο, και ένας πέμπτος που έθεσε τέρμα στη δική του ζωή. Το μακελειό πάγωσε το παγκύπριο, αφήνοντας πίσω του αναπάντητα «γιατί», αλλά κυρίως επανέφερε στο προσκήνιο με τον πιο άγριο τρόπο τη συζήτηση για το νομικό πλαίσιο, τις τρύπες του συστήματος και το καθεστώς υπό το οποίο οι αστυνομικοί κρατούν στα χέρια τους φονικά όπλα.
Η λεπτή γραμμή της χρέωσης: Από τη βάρδια στο σπίτι
Η τραγωδία της Λεμεσού φέρνει στην επιφάνεια τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την υπηρεσιακή ανάγκη από τον θανάσιμο κίνδυνο. Με βάση τον περί Αστυνομίας Νόμο, ο οπλισμός αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίσημης εξάρτυσης κάθε μέλους της δύναμης, όμως ο τρόπος με τον οποίο ένας αστυνομικός κυκλοφορεί με αυτόν ανάμεσα στους πολίτες είναι αυστηρά χαρτογραφημένος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο δράστης βρισκόταν σε ημερήσια βάρδια, γεγονός που σημαίνει ότι έφερε νόμιμα το όπλο για τις άμεσες ανάγκες της εργασίας του, το οποίο και όφειλε να παραδώσει με τη λήξη του καθήκοντός του. Τι συμβαίνει όμως τις υπόλοιπες ώρες;
Σε άλλες, εξειδικευμένες υπηρεσίες, όπως η ΥΚΑΝ, η Αντιτρομοκρατική ή η ΚΑΜ, επιτρέπεται η μόνιμη ατομική χρέωση. Αυτό σημαίνει ότι ο αστυνομικός παίρνει το πιστόλι στο σπίτι του για λόγους αυτοπροστασίας. Εκεί, ο περί Πυροβόλων Όπλων Νόμος επιβάλλει δρακόντειους κανόνες ασφαλούς φύλαξης για να αποτραπεί η πρόσβαση σε τρίτα πρόσωπα, όμως στην πράξη, η απόσταση ανάμεσα στην ασφαλή φύλαξη και την αυθαίρετη χρήση αποδεικνύεται μερικές φορές εφιαλτικά μικρή.
Απόλυτη ανάγκη και προσωπική ευθύνη
Το νομικό υπόβαθρο που καθορίζει πότε ένας αστυνομικός δικαιούται να πιέσει τη σκανδάλη είναι θεωρητικά απαραβίαστο και πηγάζει απευθείας από το Άρθρο 7 του Συντάγματος και το Άρθρο 17 του Ποινικού Κώδικα. Η χρήση βίας και οπλισμού επιτρέπεται αποκλειστικά σε κατάσταση απόλυτης ανάγκης, ως το έσχατο καταφύγιο και αφού έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα μέσα, όπως η διαπραγμάτευση ή η σωματική ακινητοποίηση.
Μάλιστα, οι πρόσφατες αναθεωρήσεις των εσωτερικών Αστυνομικών Διατάξεων έγιναν ακόμα πιο αυστηρές και άκαμπτες. Ορίζεται ρητά ότι ο πυροβολισμός πρέπει να στοχεύει αποκλειστικά στον τραυματισμό για ακινητοποίηση και ποτέ στη θανάτωση, ενώ έχει αφαιρεθεί και η γενική ευχέρεια για πυροβολισμούς στα ελαστικά καταδιωκόμενων οχημάτων.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο της νομοθεσίας είναι η αρχή της αναλογικότητας: κάθε μέλος του σώματος φέρει προσωπική αστική και ποινική ευθύνη για την απόφασή του να πυροβολήσει. Ο αστυνομικός δεν καλύπτεται τυφλά πίσω από τη στολή του, αλλά καλείται να δικαιολογήσει την πράξη του ενώπιον της δικαιοσύνης.
Το μεγάλο κενό: Πώς ελέγχεται η ψυχική υγεία;
Πίσω όμως από τα άρθρα, τις διατάξεις και τις νομικές δικλείδες ασφαλείας, η κοινωνία δικαίως στρέφει το βλέμμα της στο πιο κρίσιμο, ανθρώπινο κομμάτι: την ψυχική καταλληλότητα των ανθρώπων στους οποίους η Πολιτεία δίνει το δικαίωμα της νόμιμης βίας.
Η νομοθεσία προνοεί περιοδικούς ελέγχους, ψυχομετρικές εξετάσεις κατά την πρόσληψη και αξιολογήσεις κατά τη διάρκεια της καριέρας των μελών της δύναμης. Ωστόσο, η σοκαριστική πραγματικότητα πίσω από το έγκλημα στη Λεμεσό ξεγυμνώνει το σύστημα. Ο 55χρονος ήταν ένας έμπειρος αστυνομικός που δεν είχε απασχολήσει ποτέ για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, επιθετικότητας ή προβληματικής συμπεριφοράς.
Αυτό ακριβώς το γεγονός εντείνει τον προβληματισμό και ανοίγει μια τεράστια πληγή. Μπορεί ένας τυπικός, περιοδικός έλεγχος ρουτίνας να εντοπίσει τα «κρυμμένα» σημάδια μιας προσωπικής ή οικογενειακής κρίσης πριν να είναι αργά; Το ερώτημα παραμένει μετέωρο και βασανιστικό, καθώς για ακόμα μια φορά, το όπλο που κατασκευάστηκε για να επιβάλλει την τάξη, έγινε το εργαλείο για το απόλυτο χάος.