Σε χθεσινή απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση του υπαλλήλου και απέρριψε την αντέφεση της εργοδοτικής πλευράς.
Σημειώνεται ότι ο εφεσείων, μηχανικός και συγκολλητής, τραυματίστηκε τον Δεκέμβριο 2010, ενώ εκτελούσε εργασία διατεταγμένη από την εφεσίβλητη εργοδότρια του εταιρεία, η οποία ασχολείται με εργασίες λατόμησης. Με αγωγή που κατέθεσε εναντίον της εφεσίβλητης, αξίωσε αποζημιώσεις αφού θεωρούσε πως την αποκλειστική ευθύνη για το εργατικό ατύχημα είχε η εργοδότρια του.
Όπως αναφέρεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, βρήκε πως η εργοδότρια είχε ευθύνη, αλλά και ότι ο εφεσείων είχε συντρέχουσα αμέλεια, την οποία καθόρισε σε ποσοστό 30%. Όσον αφορά στις γενικές αποζημιώσεις, αναφέρεται ότι έκρινε ότι το ποσό των €50.000 αποτελεί «δίκαιη και λογική αποζημίωση» και όπως το πιο πάνω ποσό, φέρει τόκο όχι από την ημερομηνία που έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα αλλά από την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, ενώ απέρριψε και την απαίτηση για αποζημιώσεις λόγω μείωσης εισοδηματικής ικανότητας.
Σχετικά με το ζήτημα ευθύνης, το εφετείο αναφέρει ότι ο εφεσείων εκτελούσε εργασία που του είχε ανατεθεί από την εργοδότρια, σημειώνοντας ότι το εργατικό ατύχημα έλαβε χώρα, «ως το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε, και δεν αμφισβητείται», επειδή άλλος εργοδοτούμενος «την έθεσε (την ταινία) από λάθος σε λειτουργία, οπόταν ο ενάγων και ο συνάδελφος του έπεσαν στην αβάτζιη συλλογής των πετρωμάτων». Καταλήγει ότι ο εφεσείων δεν παραβίασε το καθήκον αυτοπροστασίας του και ότι η ευθύνη για το εργατικό ατύχημα «βαραίνει εξ ολοκλήρου» την εργοδότρια/εφεσίβλητη.
Για το ποσό των €50.000 που επιδικάσθηκε ως γενικές αποζημιώσεις, σημειώνει το Ανώτατο ότι ο ενάγων, συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος υπέστη, εξάρθρημα δεξιού ώμου και κάταγμα του μείζονος βραχιονίου ογκώματος. Λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο εφεσείων υποβλήθηκε σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις, τον πόνο «και την ταλαιπωρία που αυτός υπέστη και που εξακολουθεί να υφίσταται, καθώς επίσης τις δυσκολίες και τα μόνιμα κατάλοιπα στα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε αναφορά, χωρίς να αγνοούμε ούτε τη μείωση, με την πάροδο του χρόνου, της αξίας του χρήματος, κρίνουμε ότι το επιδικασθέν ποσό είναι έκδηλα ανεπαρκές ώστε να συνιστά λανθασμένο υπολογισμό για να δικαιολογείται η παρέμβασή μας», αναφέρει το εφετείο. «Θεωρούμε ότι ποσό ύψους €80.000, είναι ορθό και δίκαιο, ως γενικές αποζημιώσεις», σημειώνει.
Το Δικαστήριο, επιπρόσθετα, έκρινε ότι ο εφεσείων συνεπεία του τραυματισμού και των μόνιμων καταλοίπων του βρίσκεται σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας, και λαμβάνοντας υπόψη το εισόδημα και την ηλικία του κατά τον χρόνο της απόλυσης του από την εφεσίβλητη, 56 περίπου ετών, έκρινε επίσης ότι ποσό ύψους €15.000 «συνιστά δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για την απώλεια εισοδηματικής ικανότητας».
Σχετικά με τον τόκο που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε να επιδικάσει όσον αφορά στις γενικές αποζημιώσεις - ½ του νόμιμου τόκου και όχι πλήρη νόμιμο τόκο – το Ανώτατο έκρινε ότι, όσον αφορά στις γενικές αποζημιώσεις, οι €80.000 θα φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του εργατικού ατυχήματος, δηλαδή από τις 9/12/2010 μέχρι εξόφλησης.
Για τις €15.000, επιδίκασε όπως το ποσό αυτό να φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή από τις 13/7/2017 μέχρι εξόφλησης.