20 Ιουλίου 1974: Το μαύρο πρωινό που διχοτόμησε την Κύπρο

20 Ιουλίου 1974: Το μαύρο πρωινό που διχοτόμησε την Κύπρο

Η ώρα ήταν 5:30 το πρωί. Μέσα στη γαλήνη του καλοκαιρινού ξημερώματος, ένας απόκοσμος, διαπεραστικός ήχος ξύπνησε το νησί της Αφροδίτης.

Ήταν οι σειρήνες του πολέμου. Εκείνο το πρωινό της 20ής Ιουλίου 1974, η ιστορία της Κύπρου κόπηκε βίαια στα δύο, σημαδεύοντας ανεξίτηλα τις ζωές όσων βίωσαν τον τρόμο. Η τουρκική εισβολή, η οποία αποτέλεσε την αιματηρή κορύφωση μιας μακροχρόνιας δικοινοτικής έντασης και λανθασμένων πολιτικών χειρισμών δεκαετιών, ήταν πλέον γεγονός.

Γνωστή με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Αττίλας», η εισβολή εξελίχθηκε σε δύο οδυνηρές φάσεις, την 20ή Ιουλίου και τη 14η Αυγούστου. Μετά από εκείνο το καλοκαίρι, τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο. Το 37% του κυπριακού εδάφους έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Περίπου 200.000 Ελληνοκύπριοι ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους γινόμενοι πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα, χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους, γυναίκες και νεαρά κορίτσια υπέστησαν τη φρίκη του βιασμού από τα κατοχικά στρατεύματα, ενώ εκατοντάδες άνθρωποι παραμένουν στον μακρύ κατάλογο των αγνοουμένων. Σήμερα, 52 χρόνια μετά, η πληγή παραμένει ανοιχτή και η «Πράσινη Γραμμή» συνεχίζει να κρατά το νησί μοιρασμένο στα δύο.

Το «πάγωμα» του χρόνου σε μια σχολική αίθουσα

Υπάρχει μια συγκεκριμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία που έχει εντυπωθεί στο μυαλό κάθε Κυπρίου, μια εικόνα με την οποία μεγάλωσαν και μεγαλώνουν γενιές παιδιών, βλέποντάς την αναρτημένη στους τοίχους των σχολικών αιθουσών. Πέντε νεαροί στρατιώτες, γονατιστοί στη μέση ενός χωραφιού, με τα χέρια δεμένα πίσω από το κεφάλι, καλυμμένοι με χώματα και με το βλέμμα τους γεμάτο απόλυτο, παγωμένο τρόμο.

Ο ανθρωπολόγος Paul Sant Cassia χαρακτήρισε αυτή την εικόνα ως μια από τις «πιο βαθιά οδυνηρές φωτογραφίες» της τουρκικής εισβολής. Δεν πρόκειται απλώς για ένα κλικ του φακού, αλλά για το ζωντανό ντοκουμέντο της τραγωδίας χιλιάδων ανθρώπων που αιχμαλωτίστηκαν, οδηγήθηκαν σε τουρκικές φυλακές ή εκτελέστηκαν εν ψυχρώ.

Το μοιραίο λάθος και το «Πέντε Μίλι»

Η πρώτη πράξη του δράματος ξεκίνησε με τον απόλυτο αιφνιδιασμό της ελληνικής πλευράς, η οποία πιάστηκε κυριολεκτικά στον ύπνο. Η Άγκυρα, επιχειρώντας να θολώσει τα νερά, βάφτισε την εισβολή «ειρηνική επέμβαση», ισχυριζόμενη ότι σκοπός της ήταν η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που είχε καταλυθεί μόλις πέντε μέρες νωρίτερα, στις 15 Ιουλίου, από το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας κατά του Εθνάρχη Μακαρίου.

Λίγο μετά τις 5:00 το πρωί, τα τουρκικά αποβατικά σκάφη άρχισαν να ξερνούν ανενόχλητα πάνοπλους στρατιώτες στην ακτή «Πέντε Μίλι», οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της γραφικής Κερύνειας. Συνολικά, περίπου 40.000 άνδρες υπό τη διοίκηση του αντιστρατήγου Νουρετίν Ερσίν πήραν μέρος στην επιχείρηση. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο ουρανός της Κερύνειας και της Λευκωσίας σκοτώτεινε από τα τουρκικά μαχητικά που βομβάρδιζαν κατά κύματα, ενώ ελικόπτερα πραγματοποιούσαν ρίψεις αλεξιπτωτιστών. Οι άοπλοι πολίτες βρέθηκαν στο έλεος του εχθρού, με τις δολοφονίες, τους βιασμούς και τις εν ψυχρώ εκτελέσεις αιχμαλώτων να συνθέτουν το σκηνικό της πρώτης ημέρας.

Η αντίδραση από την Αθήνα και το ελληνικό Πεντάγωνο ήταν ανεξήγητα και εγκληματικά αργοπορημένη. Αν και γνώριζαν τις κινήσεις των τουρκικών δυνάμεων, οι ιθύνοντες θεωρούσαν ότι οι Τούρκοι «μπλοφάρουν». Η επίσημη εντολή για την εφαρμογή των πολεμικών σχεδίων δόθηκε τελικά στις 8:40 το πρωί, ενώ το ελληνικό ραδιόφωνο μετέδωσε την είδηση μόλις στις 11:00. Αυτή η ολέθρια καθυστέρηση επέτρεψε στους εισβολείς να παγιώσουν τις θέσεις τους και να δημιουργήσουν ένα ισχυρό προγεφύρωμα από την Κερύνεια προς τον Άγιο Ιλαρίωνα, συνδέοντας τις δυνάμεις τους με τον τουρκοκυπριακό θύλακα της Λευκωσίας.

Ήρωες με λιανοντούφεκα και το «φιάσκο» της Αθήνας

Όταν οι μονάδες της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ κατάφεραν τελικά να κινητοποιηθούν, ρίχτηκαν στη μάχη με βιβλική αυτοθυσία. Περίπου 12.000 άνδρες, υπό τη διοίκηση του ταξιάρχου Μιχαήλ Γεωργίτση (ο οποίος είχε και το γενικό πρόσταγμα στο προδοτικό πραξικόπημα), κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν μια υπερδύναμη χωρίς καμία αεροπορική κάλυψη και με απαρχαιωμένο οπλισμό. Μαζί τους ενώθηκε και ο απλός ελληνοκυπριακός πληθυσμός. Άνδρες κάθε ηλικίας έβγαιναν στις στέγες των σπιτιών τους, πυροβολώντας με ό,τι όπλο διέθεταν εναντίον των Τούρκων αλεξιπτωτιστών που έπεφταν από τον ουρανό.

Την ίδια ώρα στην Αθήνα, το δικτατορικό καθεστώς κατέρρεε υπό το βάρος των εξελίξεων. Η γενική επιστράτευση που κηρύχθηκε μετατράπηκε γρήγορα σε απόλυτο φιάσκο, ξεmaskαρεύοντας την τραγική επιχειρησιακή κατάσταση του ελληνικού στρατού, τον οποίο υποτίθεται ότι διοικούσαν στρατιωτικοί.

Στο παρασκήνιο, το διπλωματικό θρίλερ βρισκόταν στο κατακόρυφο. Ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Τζόζεφ Σίσκο, ενεργώντας ως απεσταλμένος του Χένρι Κίσινγκερ, συναντήθηκε στο Πεντάγωνο με τον αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Μπονάνο. Εκεί εκτυλίχθηκε μια δραματική σκηνή, με τον «αόρατο δικτάτορα» Δημήτριο Ιωαννίδη να ουρλιάζει προς τον Σίσκο ότι οι Αμερικανοί τους εξαπάτησαν και να απειλεί με κήρυξη πολέμου προτού αποχωρήσει οργισμένος. Μετά από αυτό, ο Ιωαννίδης εξαφανίστηκε και ο Σίσκο έψαχνε μάταια καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας κάποιον αρμόδιο για να συνομιλήσει.

Αργά το βράδυ, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε το ψήφισμα 353, ζητώντας άμεση κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση του «ξένου στρατιωτικού δυναμικού». Αν και εγκρίθηκε ομόφωνα, η Τουρκία το έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων της, εκμεταλλευόμενη τη χλιαρή διεθνή αντίδραση για να ολοκληρώσει τα σχέδιά της.

Το τουρκικό «χάος» και η ανακωχή

Η επόμενη ημέρα, 21 Ιουλίου, βρήκε το νησί στις φλόγες. Οι Έλληνες στρατηγοί στην Αθήνα απέρριψαν κάθε εισήγηση για αποστολή στρατιωτικής βοήθειας στην Κύπρο, θεωρώντας το εγχείρημα καταδικασμένο, ενώ δύο ελληνικά υποβρύχια που έπλεαν προς την Κερύνεια διατάχθηκαν να γυρίσουν πίσω.

Ωστόσο, παρά την υπεροπλία τους, οι Τούρκοι αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα συντονισμού. Σε ένα απίστευτο σκηνικό πολεμικού κομφούζιου, η τουρκική αεροπορία εξέλαβε δικά της πλοία για ελληνικά, βομβαρδίζοντας και βυθίζοντας το τουρκικό αντιτορπιλικό «Κοτσατεπέ» (D-354), ενώ προκάλεσε σοβαρές ζημιές σε άλλα δύο.

Παράλληλα, με την Αθήνα να παρουσιάζει εικόνα πλήρους ακυβερνησίας και τους πολιτικούς να έχουν λουφάξει, ο ναύαρχος Πέτρος Αραπάκης, αρχηγός του Ναυτικού, ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κίσινγκερ, συμφώνησε να τεθεί σε ισχύ ανακωχή από το απόγευμα της 22ας Ιουλίου.

Πριν όμως στεγνώσει το μελάνι της συμφωνίας, γράφτηκε μια από τις πιο μαύρες σελίδες της κυπριακής τραγωδίας. Στις 2:00 τα ξημερώματα της 22ας Ιουλίου, 12 ελληνικά μεταγωγικά αεροσκάφη τύπου «Νοράτλας», που μετέφεραν κρυφά καταδρομείς από την Κρήτη, βλήθηκαν κατά λάθος από φίλια πυρά της κυπριακής αεράμυνας κοντά στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό: ένα αεροσκάφος κατερρίφθη παρασύροντας στον θάνατο 4 μέλη του πληρώματος και 27 καταδρομείς, ενώ άλλα δύο υπέστησαν βαρύτατες ζημιές.

Λίγες ώρες αργότερα, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, οι Τούρκοι εισβολείς, εντείνοντας τις πιέσεις τους και αποβιβάζοντας άρματα μάχης, κατέλαβαν την πόλη της Κερύνειας. Όταν στις 4:00 το απόγευμα άρχισε τελικά να εφαρμόζεται η ανακωχή, ο «Αττίλας» είχε ήδη πατήσει γερά το πόδι του στο νησί, ελέγχοντας το 3% του κυπριακού εδάφους και έχοντας ενώσει την Κερύνεια με τη Λευκωσία. Ήταν μόνο η αρχή για το μεγάλο κακό που θα ολοκληρωνόταν τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Ακολουθήστε το Tothemaonline.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

 

 

 

 

Videogate: Το πόρισμα απαλλαγής, οι νομικές ενστάσεις και το πολιτικό παρασκήνιο

Videogate: Το πόρισμα απαλλαγής, οι νομικές ενστάσεις και το πολιτικό παρασκήνιο

Στο επίκεντρο έντονων πολιτικών και νομικών αναταράξεων βρίσκεται το πόρισμα για την υπόθεση Videogate, καθώς η ουσιαστική απαλλαγή των πρωταγωνιστών από ποινικές ευθύνες πυροδότησε κύμα αμφισβήτησης και σκληρής κριτικής.

BEST OF TOTHEMAONLINE