Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, πραγματοποιήθηκε από ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή John F. Cryan του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Κορκ. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν 62 υγιείς ενήλικες, χωρισμένους σε δύο ομάδες: 31 άτομα που έπιναν καφέ καθημερινά και 31 που συνήθως τον απέφευγαν. Αρχικά, οι δύο ομάδες συγκρίθηκαν ως προς τη διάθεση, τη μνήμη, δείκτες στο αίμα, ορμόνες του στρες, τη σύνθεση των βακτηρίων του εντέρου και τα μικρά μόρια που παράγουν τα μικρόβια αυτά.
Στη συνέχεια, οι καθημερινοί καταναλωτές καφέ κλήθηκαν να τον σταματήσουν εντελώς για δύο εβδομάδες. Μετά την περίοδο αποχής, οι μισοί επέστρεψαν στον κανονικό καφέ με καφεΐνη και οι άλλοι μισοί στον ντεκαφεϊνέ, ενώ η παρακολούθηση συνεχίστηκε για ακόμη τρεις εβδομάδες. Ο στόχος ήταν να διαχωριστούν οι επιδράσεις της καφεΐνης από εκείνες των υπόλοιπων συστατικών του καφέ.
Οι αλλαγές στο μικροβίωμα
Από την αρχή της μελέτης, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το μικροβίωμα των ανθρώπων που έπιναν τακτικά καφέ διέφερε αισθητά από εκείνο όσων δεν έπιναν, αναφέρει το Earth.com. Ορισμένα βακτηριακά είδη ήταν πιο άφθονα στους καταναλωτές καφέ, ενώ άλλα εμφανίζονταν συχνότερα σε όσους τον απέφευγαν. Η συνολική ποικιλία των βακτηρίων δεν άλλαζε ιδιαίτερα· εκείνο που μεταβαλλόταν ήταν η «σύνθεση» του μικροβιακού πληθυσμού, δηλαδή ποια βακτήρια κυριαρχούσαν και ποια υποχωρούσαν.
Η περίοδος αποχής των 14 ημερών έφερε μετρήσιμες αλλαγές. Η πιο εμφανής ήταν η πτώση της αρτηριακής πίεσης στους ανθρώπους που σταμάτησαν προσωρινά τον καφέ. Όπως αναμενόταν, τα επίπεδα καφεΐνης και των προϊόντων διάσπασής της, καθώς και μιας ένωσης που συνδέεται με την κατανάλωση καφέ, του ιππουρικού οξέος, μειώθηκαν απότομα στα δείγματα κοπράνων.
Παράλληλα, ορισμένα βακτήρια που φαίνονταν να ευνοούνται από την κατανάλωση καφέ μειώθηκαν όταν η συνήθεια διακόπηκε. Αντίθετα, επανεμφανίστηκε ένα μικροβιακό μόριο που ο καφές φαινόταν να καταστέλλει. Το μόριο αυτό έχει συνδεθεί σε άλλες μελέτες με την ενίσχυση του εντερικού φραγμού και τη μείωση της φλεγμονής.
Οι αλλαγές στη διάθεση και τη μνήμη
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης τη διάθεση και τις γνωστικές επιδόσεις. Στην αρχική μέτρηση, οι καθημερινοί καταναλωτές καφέ εμφάνιζαν υψηλότερα σκορ παρορμητικότητας και συναισθηματικής αντιδραστικότητας, ενώ είχαν χειρότερες επιδόσεις σε τεστ μνήμης σε σχέση με όσους δεν έπιναν καφέ. Μετά τις δύο εβδομάδες αποχής, τα σκορ αυτά υποχώρησαν. Η υπνηλία και οι πονοκέφαλοι, που συνήθως συνδέονται με τη διακοπή της καφεΐνης, μειώθηκαν μετά τις πρώτες ημέρες, ενώ τα επίπεδα ενέργειας άρχισαν να επιστρέφουν στα φυσιολογικά.
Μία από τις εκπλήξεις του πειράματος ήταν η επίδραση της διακοπής του καφέ στη μνήμη. Όταν οι συμμετέχοντες επέστρεψαν στο ρόφημα, σαφή βελτίωση σε δοκιμασία λεκτικής μνήμης εμφάνισαν μόνο όσοι ήπιαν ντεκαφεϊνέ. Στην ομάδα του καφέ με καφεΐνη δεν καταγράφηκε αντίστοιχη βελτίωση.
Η επίδραση στο ανοσοποιητικό
Σημαντικές ήταν και οι αλλαγές στους δείκτες φλεγμονής. Στην αρχή της μελέτης, οι καταναλωτές καφέ είχαν χαμηλότερα σημάδια φλεγμονής στο αίμα και υψηλότερα επίπεδα μιας ανοσολογικής πρωτεΐνης που συμβάλλει στον περιορισμό της φλεγμονώδους απόκρισης. Δύο εβδομάδες χωρίς καφέ ανέτρεψαν αυτή την εικόνα, καθώς οι δείκτες φλεγμονής αυξήθηκαν. Όταν οι συμμετέχοντες επέστρεψαν στον καφέ, τα αποτελέσματα διαφοροποιήθηκαν: ο καφές με καφεΐνη μείωσε ξανά τους δείκτες, ενώ ο ντεκαφεϊνέ τους ώθησε ελαφρώς προς τα πάνω. Αυτό υποδηλώνει ότι η καφεΐνη και τα υπόλοιπα συστατικά του κόκκου μπορεί να επηρεάζουν το ανοσοποιητικό με διαφορετικούς τρόπους.
Η μελέτη δείχνει πάντως ότι η καφεΐνη δεν εξηγεί μόνη της την επίδραση του καφέ. Η επανεισαγωγή του ντεκαφεϊνέ προκάλεσε πολλές από τις ίδιες αλλαγές στο μικροβίωμα με τον κανονικό καφέ. Ορισμένα βακτηριακά είδη αυξήθηκαν και στις δύο ομάδες, ενώ ενισχύθηκαν και φυτικές ενώσεις στα δείγματα κοπράνων. Ο καφές περιέχει εκατοντάδες ουσίες πέρα από την καφεΐνη, όπως οξέα, πολυφαινόλες και ενώσεις που δημιουργούνται κατά το καβούρδισμα, οι οποίες φτάνουν στο παχύ έντερο και μεταβολίζονται από τα βακτήρια.
Ο άξονας έντερο - εγκέφαλος
Ανάμεσα στα ευρήματα που ξεχώρισαν ήταν και τα χαμηλότερα επίπεδα GABA στα κόπρανα των καταναλωτών καφέ. Το GABA (γ-αμινοβουτυρικό οξύ) είναι ο βασικός ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής του εγκεφάλου, αν και οι ερευνητές τονίζουν ότι τα επίπεδα στο έντερο δεν ταυτίζονται με τα επίπεδα στον εγκέφαλο. Χαμηλότερα ήταν επίσης τα επίπεδα ινδολο-3-προπιονικού οξέος, ενός μικροβιακού προϊόντος που έχει συνδεθεί πρόσφατα με καλύτερη γνωστική λειτουργία σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Συνολικά, η μελέτη δείχνει ότι ο καφές δρα πολύ πιο σύνθετα από ένα απλό διεγερτικό ρόφημα. Επηρεάζει το μικροβίωμα, τον μεταβολισμό, τη φλεγμονή και πιθανώς πλευρές του άξονα εντέρου-εγκεφάλου. Τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι ο καφές λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους, αλλά ενισχύουν την ιδέα ότι αυτό που πίνουμε καθημερινά μπορεί να αφήνει βαθύτερο βιολογικό αποτύπωμα από όσο πιστεύαμε.
ΠΗΓΗ: ygeiamou.gr