Οι ουσίες αυτές δημιουργούνται κυρίως κατά τη βιομηχανική επεξεργασία φυτικών ελαίων σε υψηλές θερμοκρασίες, ιδιαίτερα στο στάδιο της αποσμητικοποίησης κατά τη διύλιση. Εντοπίζονται συχνότερα σε προϊόντα που περιέχουν εξευγενισμένα φυτικά έλαια και λιπαρές ύλες, όπως σνακ, πατατάκια, αρτοσκευάσματα, δημητριακά, προϊόντα ζαχαροπλαστικής, βρεφικά τρόφιμα και έτοιμα γεύματα. Η γλυκιδόλη θεωρείται γονοτοξική και καρκινογόνος ουσία, ενώ το 3-MCPD έχει συσχετιστεί με τοξικότητα στους νεφρούς και επιδράσεις στο ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα σε πειραματόζωα. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η έκθεση σε αυτές τις ουσίες προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία για βρέφη, παιδιά και άτομα με αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά.
Η Γερμανία κοινοποίησε μέσω του RASFF περιστατικό που αφορούσε την παρουσία 3-MCPD και γλυκιδόλης σε γαριδάκια προϊόν προέλευσης Αφγανιστάν (δείτε φωτογραφία παρακάτω) το οποίο διακινήθηκε μέσω Βελγίου. Η κοινοποίηση ταξινομήθηκε ως “information notification for follow-up” με αξιολόγηση κινδύνου “potentially serious”. Το προϊόν ανήκε στην κατηγορία δημητριακών και προϊόντων αρτοποιίας και εντοπίστηκε στο πλαίσιο επίσημου ελέγχου στην αγορά από τις γερμανικές αρχές.

Σύμφωνα με τα εργαστηριακά ευρήματα, ανιχνεύθηκαν γλυκιδυλεστέρες λιπαρών οξέων υπολογισμένοι ως γλυκιδόλη σε συγκέντρωση 3240 ± 972 μg/kg λίπους και εστέρες 3-MCPD υπολογισμένοι ως ελεύθερο 3-MCPD σε συγκέντρωση 6863 ± 2059 μg/kg. Οι αρμόδιες αρχές ανέφεραν ότι τα ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα ξεπερνώνται σαφώς ακόμη και λαμβάνοντας υπόψη τη διευρυμένη αβεβαιότητα μέτρησης. Η κοινοποίηση επικαλείται το άρθρο 2 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 315/93 σχετικά με τις ξένες ύλες στα τρόφιμα, σύμφωνα με το οποίο οι συγκεντρώσεις των συγκεκριμένων επιμολυντών πρέπει να περιορίζονται στα χαμηλότερα επίπεδα που είναι λογικά εφικτά μέσω ορθών πρακτικών παραγωγής σε όλα τα στάδια της μεταποίησης. Οι γερμανικές αρχές προχώρησαν σε απαγόρευση εμπορίας και διάθεσης του προϊόντος, ενώ το Βέλγιο ενεργοποίησε διαδικασία ανάκλησης από τους καταναλωτές.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της βελγικής υπηρεσίας ασφάλειας τροφίμων FAVV, το προϊόν που ανακλήθηκε ήταν το “Snack Lina Pipe Cheese” της μάρκας LINA. Πρόκειται για σνακ τύπου γαριδάκια με τυρί με barcode 6265663102841 και συσκευασία 80 γραμμαρίων. Η διανομή πραγματοποιήθηκε μέσω των επιχειρήσεων ZEUWADA SRL στη Λιέγη και BAGHDAD MARKET στην Αμβέρσα. Οι βελγικές αρχές κάλεσαν τους καταναλωτές να μην καταναλώσουν το προϊόν και να το επιστρέψουν στο σημείο πώλησης.
Οι ουσίες αυτές δεν προστίθενται σκόπιμα στα τρόφιμα. Οι γλυκιδυλεστέρες και οι εστέρες 3-MCPD χαρακτηρίζονται ως επιμολυντές διεργασίας. Δημιουργούνται όταν φυτικά έλαια και λιπαρές ύλες εκτίθενται σε υψηλές θερμοκρασίες, συνήθως άνω των 200°C, παρουσία χλωριούχων ενώσεων και γλυκερόλης. Η παρουσία τους συνδέεται με τη θερμική επεξεργασία κατά τη διύλιση ελαίων όπως φοινικέλαιο, ηλιέλαιο και άλλα φυτικά έλαια που χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων.
Το φοινικέλαιο θεωρείται μία από τις πρώτες ύλες με τον υψηλότερο κίνδυνο σχηματισμού γλυκιδυλεστέρων λόγω της σύνθεσης και των συνθηκών επεξεργασίας του. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει θεσπίσει ανώτατα όρια για τις συγκεκριμένες ουσίες σε διάφορες κατηγορίες τροφίμων μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/915 για τους επιμολυντές στα τρόφιμα, ο οποίος αντικατέστησε τον Κανονισμό 1881/2006. Τα όρια διαφοροποιούνται ανάλογα με την κατηγορία προϊόντος και το επίπεδο κινδύνου για τον πληθυσμό στόχο. Ιδιαίτερα αυστηρές απαιτήσεις ισχύουν για βρεφικά γάλατα, παιδικές τροφές και φυτικά έλαια που προορίζονται για κατανάλωση από βρέφη και μικρά παιδιά.
Για τη βιομηχανία τροφίμων, η διαχείριση των γλυκιδυλεστέρων και του 3-MCPD αποτελεί κρίσιμο τμήμα της ασφάλειας τροφίμων και της συμμόρφωσης με τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις. Η μείωση του σχηματισμού τους βασίζεται στον έλεγχο της ποιότητας των πρώτων υλών, στη μείωση των πρόδρομων ενώσεων χλωρίου, στη βελτιστοποίηση των θερμοκρασιών αποσμητικοποίησης, στη χρήση ηπιότερων συνθηκών διύλισης και στην εφαρμογή συνεχούς εργαστηριακής παρακολούθησης. Οι παραγωγοί υποχρεούνται να εφαρμόζουν συστήματα HACCP και να τεκμηριώνουν ότι έχουν λάβει όλα τα εύλογα μέτρα περιορισμού των επιμολυντών.
Η ανίχνευση αυξημένων συγκεντρώσεων μπορεί να οδηγήσει σε απαγόρευση διάθεσης, υποχρεωτικές ανακλήσεις, καταστροφή προϊόντων, οικονομικές κυρώσεις και σοβαρή ζημία για τις επιχειρήσεις τροφίμων. Σε περιπτώσεις διασυνοριακής διακίνησης ενεργοποιείται το σύστημα RASFF ώστε οι αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών να ενημερώνονται άμεσα για τον κίνδυνο και να λαμβάνουν μέτρα ελέγχου ή απόσυρσης.
Η έκθεση στις ουσίες αυτές συνδέεται κυρίως με τη συχνή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικά λίπη. Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν η κατανάλωση αφορά παιδιά ή όταν πρόκειται για καθημερινή και μακροχρόνια έκθεση. Η προστασία των καταναλωτών βασίζεται στην παρακολούθηση ανακλήσεων τροφίμων από τις αρμόδιες αρχές, στην αποφυγή κατανάλωσης προϊόντων που έχουν ανακληθεί, στη διαφοροποίηση της διατροφής και στον περιορισμό συχνής κατανάλωσης έντονα επεξεργασμένων σνακ και τηγανισμένων προϊόντων. Η συγκεκριμένη υπόθεση του “Snack Lina Pipe Cheese” προστίθεται σε μια σειρά κοινοποιήσεων που αφορούν επιμολυντές διεργασίας σε τρόφιμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρές ύλες, επιβεβαιώνοντας τη συνεχή επιτήρηση της ευρωπαϊκής αγοράς από τις αρμόδιες αρχές ασφάλειας τροφίμων και τη σημασία των ελέγχων συμμόρφωσης σε εισαγόμενα και διακινούμενα προϊόντα.
Τα γαριδάκια που ανακλήθηκαν
Πηγή: cibum.gr