Τον περασμένο Μάρτιο στο πλαίσιο του podcast «Νομικισμοί» ο ψυχολόγος Γιώργος Πογιατζής τόνισε την ανάγκη αύξησης της παρουσίας συναδέλφων του στα σχολεία ώστε να ανατραπεί η εφιαλτική αναλογία ενός ψυχολόγου για 1.850 μαθητές όταν διεθνείς ενώσεις συνιστούν την αναλογία ένας για 500 μαθητές.
Fast forward στην πρόσφατη απόφαση του Υπ. Οικονομικών να βάλει στον πάγο την ουσιαστική ενίσχυση της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας (ΥΕΨ) για τον προϋπολογισμό του 2027 και έχετε μια εικόνα των προτεραιοτήτων που θέτει η Πολιτεία σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία και ειδικότερα των εφήβων. Αυτή τη στιγμή, ολόκληρο το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα παλεύει με μόλις 52 εκπαιδευτικούς ψυχολόγους. Το Υπουργείο Παιδείας ζήτησε το απολύτως ελάχιστο για να μη χαθεί τελείως η μάχη, δηλαδή την πρόσληψη 60 νέων εκπαιδευτικών ψυχολόγων σε βάθος τριετίας (20 κάθε χρόνο), ώστε το προσωπικό να φτάσει τους 112, όπως και την ενίσχυση της διοικητικής δομής της υπηρεσίας, με την αύξηση των θέσεων ανώτερων ψυχολόγων από τέσσερις σε οκτώ και την αναβάθμιση του/της υπευθύνου σε διευθυντή/τρια. Το ετήσιο κόστος όλου αυτού του σχεδιασμού, όταν θα ολοκληρωνόταν, υπολογίστηκε μόλις στα 3 εκατομμύρια ευρώ.
Όμως το Υπουργείο Οικονομικών απέρριψε το αίτημα με πρόφαση την αύξηση του προϋπολογισμού του ΥΠΑΝ για το 2027, εξαιτίας της σταδιακής εφαρμογής του νέου σχεδίου αξιολόγησης των εκπαιδευτικών που δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας. Κοινώς, το μήνυμα που στάλθηκε από το ΥΠΟΙΚ είναι να επανέλθει το αίτημα του χρόνου, μπας και μπει στον προϋπολογισμό του 2028. Με απλά λόγια, ζητούν από τα σχολεία, τους εκπαιδευτικούς και τις οικογένειες να βάλουν σε... αναμονή τις ψυχολογικές καταρρεύσεις και τα περιστατικά βίας και μια ήδη αγνοημένη και αφόρητα πιεσμένη υπηρεσία να συνεχίσει να πιέζεται.
Ανέκαθεν η υποκρισία του συστήματος ήταν εξοργιστική όμως αυτή τη φορά το τερμάτισαν. Κάθε φορά που έχουμε ένα ακραίο περιστατικό βίας στα σχολεία, άπαντες εμφανίζονται σοκαρισμένοι και τάζουν πρόληψη και ενίσχυση. Στην πραγματικότητα όμως, μέσα σε πέντε σχολικά χρόνια έχουν καταγραφεί συνολικά περισσότερες από 43.000 παραπομπές. Μόνο την περίοδο 2023-2024, οι παραπομπές έσπασαν κάθε ρεκόρ φτάνοντας τις 10.598 με τις 1.176 από αυτές να αφορούν περιστατικά βίας και προβλήματα συμπεριφοράς, ενώ 941 περιπτώσεις αφορούσαν σοβαρές συναισθηματικές δυσκολίες.
Όπως ακριβώς ανέφερε ο Γιώργος Πογιατζής στο podcast, αφήσαμε μια ολόκληρη γενιά εντελώς απροστάτευτη την περίοδο του COVID, και τώρα το σύστημα της κουνάει το δάχτυλο και ζητάει τα ρέστα, λειτουργώντας μόνο κατασταλτικά. Το ιδανικό μοντέλο του «ενός ψυχολόγου ανά σχολείο» αποτελεί ουσιαστικά ουτοπία που δεν πρόκειται να εφαρμοστεί ποτέ στη χώρα μας. Κι αντί να γίνουν ουσιαστικά βήματα μπροστά, το κράτος -το οποίο κρατά τους σχολικούς ψυχολόγους εκτός ΓεΣΥ επειδή υπάγονται στο Υπουργείο Παιδείας και όχι στο Υγείας- τώρα τσιγκουνεύεται και την αυτονόητη στελέχωσή τους στα σχολεία. Μίλησε ακόμα για αντικειμενικό πρόβλημα έλλειψης σχολικών ψυχολόγων καθώς οι περισσότεροι νέοι επαγγελματίες στρέφονται στην Κλινική Ψυχολογία, με αποτέλεσμα οι αιτήσεις για μεταπτυχιακά προγράμματα Σχολικής Ψυχολογίας, καθώς και οι άδειες ασκήσεως επαγγέλματος για τη συγκεκριμένη ειδικότητα, να μειώνονται ή να παραμένουν στάσιμες. Σύμφωνα με τον κ. Πογιατζή οι σχολικοί ψυχολόγοι (όπως και οι συμβουλευτικοί) μένουν εντελώς εκτός ΓεΣΥ, το οποίο καλύπτει αποκλειστικά τους κλινικούς ψυχολόγους. Αυτό συμβαίνει για καθαρά δομικούς/ασφαλιστικούς λόγους: το ΓεΣΥ καλύπτει υπηρεσίες που παλαιότερα υπάγονταν στο Υπουργείο Υγείας. Η Σχολική Ψυχολογία, όμως, ανήκει οργανικά στο Υπουργείο Παιδείας συνεπώς το σύστημα δεν τους αντιμετωπίζει καν ως λειτουργούς υγείας, αλλά μάλλον ως επισκέπτες εκπαιδευτικούς (όπως της μουσικής ή της τέχνης). Από κει να καταλάβατε τη σημασία που δίνει γενικά η Πολιτεία σε ένα ζήτημα που θα έπρεπε να είναι υψίστης προτεραιότητας, με δεδομένη την κατάσταση στα σχολεία.
Όσο το Υπουργείο Οικονομικών αντιμετωπίζει την ψυχική υγεία των παιδιών μας ως «περιττό έξοδο» ας μην απορούμε μετά που τα σχολεία μετατρέπονται σε αρένες και όλο και περισσότερα παιδιά γλιστρούν από τις χαραμάδες. Η απόφαση να μετατεθεί η ενίσχυση της ΥΕΨ αποδεικνύει ότι η ψυχική υγεία και η πρόληψη της βίας δεν αποτελούν πολιτική προτεραιότητα. Μέχρι φυσικά να γίνει viral το επόμενο λιντσάρισμα σε σχολική αυλή ή βρεθεί ο νέος “Στυλιανός” και αντιληφθούν πως το τελικό κόστος αυτής της κρατικής αδιαφορίας θα αποδειχθεί πολύ, μα πολύ μεγαλύτερο από τα 3 εκατομμύρια που έκοψαν σήμερα.