Για τον 37χρονο Βρετανό τουρίστα στην Πάφο, ο γήινος χρόνος του σταμάτησε ακριβώς τη στιγμή που το 3χρονο αγοράκι του γλίστρησε από την αγκαλιά του δίπλα από ένα ανοιχτό παράθυρο και έπεσε στο κενό από τον τέταρτο όροφο. Για σκεφτείτε το. Τη μια στιγμή όλος σου ο κόσμος βρίσκεται στην αγκαλιά σου και σου χαμογελάει, την επόμενη χάνεται από τα χέρια σου και κάτω από τα πόδια σου. Είναι η στιγμή που έπαψε να είναι ένας ζωντανός οργανισμός και μετατράπηκε σε περιφερόμενο φάντασμα, καταδικασμένο στην πιο σκληρή, αμετάκλητη και βασανιστική ποινή που μπορεί να συλλάβει ανθρώπινος νους: την ισόβια κάθειρξη μέσα στις ίδιες του τις τύψεις. Πώς περνάς χειροπέδες σε ένα φάντασμα;
Ο νόμος είναι νόμος, θα πείτε, και θα έχετε δίκιο. Δεν είναι αλά καρτ και όποτε μας συμφέρει. Πρέπει να είναι ο ίδιος και αμείλικτος για όλους - αν και στο Βασίλειο της Ατιμωρησίας που ζούμε αυτή η δήλωση πίνει τον Βόσπορο. Η Αστυνομία έχει προφανώς την αδιαπραγμάτευτη θεσμική υποχρέωση να διερευνήσει σε βάθος τις συνθήκες κάθε τέτοιων τραγωδιών για να αποκλείσει το ενδεχόμενο κακοποίησης, δόλου ή εγκληματικής ενέργειας. Κανείς δεν ζητά να κλείσει το κράτος τα μάτια. Αυτό, όμως, που εξοργίζει είναι η εξευτελιστική θεατρικότητα και η δημόσια διαπόμπευση. Η οκταήμερη κράτηση, η περιφορά μπροστά στις κάμερες και ο διασυρμός ενός τσακισμένου ανθρώπου σαν να είναι σεσημασμένος κακοποιός δεν εξυπηρετούν καμία ανακριτική ανάγκη. Εξυπηρετούν μόνο την ικανοποίηση του όχλου που διψάει για αίμα, ειδικότερα όταν υπάρχει νεκρό παιδί.
Ύποπτος για τα αδικήματα της «πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, της παράλειψης καθήκοντος ως αρχηγός οικογένειας και της παράλειψης ευθύνης ως πρόσωπο που είχε τη μέριμνα άλλου προσώπου». Δώστε του κι από πάνω. Φορτώστε του τον μισό ποινικό κώδικα και μετά ρίξτε τον στο πιο σκοτεινό κελί πετώντας το κλειδί. Όμως, οποιαδήποτε δικαστική ποινή θα μοιάζει με χάδι για έναν γονιό καταδικασμένο να βλέπει το νεκρό του παιδί κάθε φορά που κλείνει τα μάτια του, μέχρι να βγει η δική του ψυχή.
Η υπόθεση της Πάφου ξύπνησε τις ίδιες σκοτεινές, κανιβαλικές διαθέσεις που είδαμε να ξεδιπλώνονται και στην αδιανόητη τραγωδία της Λάρνακας, με τα δύο αδελφάκια που έσβησαν μέσα στο κλειδωμένο αυτοκίνητο. Κι εκεί ένας πατέρας (που απλά πήγε στη δουλειά του όπως κάθε πρωί) συνελήφθη, ανακρίθηκε, διασύρθηκε από Αστυνομία και ΜΜΕ που «αποκάλυψαν» πως είχε αγοράσει αλκοόλ(!) την προηγούμενη νύχτα (φυσικά και δεν είχε σχέση με την τραγωδία, απλά ήταν μια πιασιάρικη λεπτομέρεια που θα ξεσήκωνε τον όχλο με τους πυρσούς και τις τσουγκράνες) και ρίχτηκε στη διαδικτυακή αρένα για να κατασπαραχθεί από τους αμείλικτους νοικοκυραίους που ως γνωστόν δεν κάνουν ποτέ λάθη και δεν θα επιτρέψουν ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο στα δικά τους παιδιά. Όχι κύριε, όχι στη δική μου βάρδια.
Αυτή η ακόρεστη δίψα για το αίμα των γονιών που χάνουν τα παιδιά τους σε δυστυχήματα δεν πηγάζει από καμία ευαισθησία για τα θύματα, αλλά από καθαρή, υποκριτική αυτοαμυντική δειλία. Ο μέσος, άμεμπτος «δικαστής» του πληκτρολογίου έχει ανάγκη να δαιμονοποιήσει τον τραγικό πατέρα της Πάφου και της Λάρνακας, ακριβώς για να ξορκίσει τον δικό του τρόμο. Πρέπει να τους βαφτίσει «τέρατα», «ανεύθυνους» και «εγκληματίες», ώστε να πείσει τον εαυτό του ότι ο ίδιος είναι τέλειος γονιός και πως μια τέτοια τραγωδία δεν θα μπορούσε ποτέ, μα ποτέ, να συμβεί στο δικό του σπίτι. Είναι η απόλυτη ψευδαίσθηση ελέγχου, χτισμένη πάνω στις στάχτες ανθρώπων που έχουν ήδη καεί πέρα από κάθε αναγνώριση.
Μια ψευδαίσθηση, όμως, που πάει χέρι-χέρι με τον αηδιαστικό φαρισαϊσμό μιας κοινωνίας που μοιράζει ψόφους και καρκίνους σε γονείς στους οποίους επιφυλάσσεται ήδη η χειρότερη δυνατή μοίρα, ενώ ταυτόχρονα επιδεικνύει μια περίεργη και προκλητικά δυσανάλογη ανεκτικότητα σε βιαστές και γυναικοκτόνους. Που εξαντλεί την αυστηρότητά της στον γονιό που αφαιρέθηκε για ένα λεπτό, αλλά βρίσκει τύπου «ποιος ξέρει τι του έκανε» ελαφρυντικά για συνειδητά εγκλήματα. Σε πλήρη αρμονία, φυσικά, με τη ξεχειλωμένη ηθική μας κι ένα θρασύδειλο σύστημα δικαιοσύνης, που παραμένει αμείλικτο με τους τραγικούς και τους αδύναμους, αλλά εμφανίζεται αμήχανο, αργόσυρτο και συγκαταβατικό με τα αυθεντικά καθάρματα.
Ο τραγικός πατέρας της Πάφου δεν χρειάζεται χειροπέδες, εκ του ασφαλούς σωφρονιστικά κηρύγματα, ούτε καν τις δικαστικές αίθουσες. Έχει ήδη δικαστεί, καταδικαστεί και εκτίει τη μεγαλύτερη ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε άνθρωπο. Συνεπώς, το να ζητάμε το κεφάλι του δεν μας κάνει ούτε καλύτερους γονείς, ούτε πιο δίκαιους πολίτες. Μας καθιστά απλώς μέρος ενός υποκριτικού θεάτρου παραδειγματισμού, που πασχίζει να κρύψει την ηθική μας χρεοκοπία πίσω από τον ανείπωτο πόνο ενός ανθρώπου που δεν έχει πια τίποτα απολύτως να χάσει.