Τα mondo movies ήταν πρακτικά ο κινηματογραφικός παππούς του YouTube, δημιούργημα των Ιταλών κινηματογραφιστών Gualtiero Jacopetti και Franco Prosperi, οι οποίοι με το αρχετυπικό Mondo Cane (Σκυλίσιος κόσμος, 1962) παρουσίασαν την αθέατη πλευρά του κόσμου μας μέσα από μια συρραφή από -υποτίθεται απαγορευμένα- πλάνα που απεικόνιζαν από εξωτικά σεξουαλικά έθιμα, περίεργες κηδείες μέχρι βασανιστήρια, εκτελέσεις, κανιβαλισμό και οτιδήποτε θεωρούνταν «πρωτόγονο», βάρβαρο και σοκαριστικό για τον Δυτικό θεατή (ναι, ήταν ρατσιστικά του κερατά αλλά μιλάμε για τα γαμημένα ‘60s). Η επιτυχία του πρώτου φιλμ οδήγησε σε έναν καταιγισμό παρόμοιων σοκιμαντέρ (όπως ονομάστηκαν) που έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή -και πιο σκληρά- τη δεκαετία του ‘70. Αν και παρουσιάζονταν ως ντοκιμαντέρ, το μεγαλύτερο μέρος των πλάνων ήταν στημένα ή παραποιημένα μέσω του μοντάζ και της αφήγησης για να φαίνονται πιο ακραία.
Το Faces of Death δεν είναι μόνο το διασημότερο του είδους αλλά και το πλέον κακόφημο με πολλές σκληρές σκηνές. Η πλέον διαβόητη, με δυτικούς τουρίστες σε εστιατόριο της Ταϊλάνδης να τρώνε ωμά τα μυαλά μιας μαϊμούς που μόλις σκότωσαν, φώναζε ότι ήταν καραστημένη από μακριά (τα “μυαλά” ήταν τελικά κουνουπίδι βουτηγμένο σε θεατρικό αίμα) όπως και μια όχι-και-τόσο-πειστική εκτέλεση με ηλεκτρική καρέκλα. Υπήρξε το Άγιο Δισκοπότηρο των συλλεκτών στα 80s και 90s καθώς είχε απαγορευτεί σε αρκετές χώρες (εντάξει, όχι και 52 όπως ισχυρίζονταν οι δημιουργοί - ήταν διαφημιστικό τρικ που δούλεψε καλά). Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε χωρίς περικοπές με τον άσχετο τίτλο “Μάσκα τρόμου”, δεν πίστευα στα μάτια μου όταν τη βρήκα κάπου στα mid-90s καταχωνιασμένη σε κάποιο ξεχασμένο βίντεο κλαμπ της Θεσσαλονίκης (και την αγόρασα και κανα-δυό χιλιάρικα δραχμές, δεν είχαν ιδέα τι θησαυρός καθόταν και μάζευε σκόνη στα ράφια τους). Τα sequels που ακολούθησαν (καθώς και κακέκτυπα όπως τα Traces of Death) -όλα κατευθείαν στο βίντεο- ήταν πολύ χειρότερα με περισσότερες αληθινές σκηνές κυρίως από δολοφονίες, αυτοκτονίες, δυστυχήματα, νεκροψίες κλπ.
Με τον ερχομό του ίντερνετ το είδος απλά άλλαξε οθόνη. Διάδοχος των σοκιμαντέρ υπήρξε το διαβόητο -και πια εκτός λειτουργίας- σάιτ Rotten που εμφανίστηκε το 1996 και για πολλά χρόνια υπήρξε ο go-to προορισμός για να δεις -όπως ισχυριζόταν ο δημιουργός του- όλα εκείνα που η κοινωνία, τα ΜΜΕ και η κυβέρνηση θεωρούσαν «ακατάλληλα» για τα μάτια του κοινού: από φρικτά ατυχήματα και αυτοψίες μέχρι παραμορφώσεις και ακραίες ιατρικές παθήσεις, άγριες δολοφονίες και νεκρούς celebrities (πόσταρε μέχρι και υποτιθέμενες φωτο από τις νεκροψίες της Πριγκίπισσας Νταϊάνα και του Tupac Shakur). Το Rotten για όσο ήταν στον αέρα αποτελούσε μια διαρκή πρόκληση, ένα τεστ αντοχής και ανοχής απέναντι σε ό,τι πιο φρικιαστικό, αηδιαστικό και διεστραμμένο είχε να προσφέρει η ανθρώπινη φύση. Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε με τον φόβο να υποκύψει είτε στον πειρασμό είτε στην πρόκληση να μπει στο Rotten και να δει κάτι που δεν θα μπορέσει ποτέ να ξε-δει.
Σήμερα όλα αυτά θεωρούνται ρετρό και ξεπερασμένα. Πλέον μπορείς να δεις το αίμα του Charlie Kirk να εκτοξεύεται από τον τρυπημένο λαιμό του, τα σακατεμένα μωρά της Γάζας ή τα κορμιά των οπαδών του ΠΑΟΚ να εκσφενδονίζονται από το διαλυμένο βαν στο feed οποιουδήποτε σόσιαλ και στη λούπα, σαν επαναλαμβανόμενος εφιάλτης. Η μετάβαση από το κλειστό κλαμπ των υποψιασμένων συλλεκτών ή χρηστών στην απόλυτη κοινοτοπία του αίματος είναι ίσως η πιο τρομακτική εξέλιξη της ψηφιακής μας εποχής.
Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο τότε και το τώρα δεν είναι τόσο η ποσότητα της φρίκης, αλλά η προσβασιμότητα και η έλλειψη του τελετουργικού. Από τη διαστρεβλωμένη αίσθηση «μύησης» ψάχνοντας για κάποια νόμιμη ή bootleg κόπια του Faces of Death (ή για το θρυλικό πια γιαπωνέζικο σπλάτερ Guinea Pig που ένας τίγκα στην κόκα Charlie Sheen πέρασε για αληθινό snuff movie και παρέδωσε την κασέτα στο FBI) σήμερα η φρίκη είναι δημοκρατική, mainstream και πάντα διαθέσιμη για κατανάλωση..
Και κυρίως απρόσκλητη. Πλέον, δεν ψάχνεις εσύ το σοκ, σε βρίσκει εκείνο, συνήθως σφήνα ανάμεσα σε βίντεο με ομιλούσες γάτες και την 769η συνταγή για γιαπωνέζικο τσίζκεϊκ (είναι γιαούρτι με γαμημένα μπισκότα τα γέριμα!). Ειδικά το X του Elon Musk εκτός από ακροδεξιός βόθρος έχει μετατραπεί σε έναν ασταμάτητο, ψηφιακό Dr. Gröss που σου σερβίρει τον θάνατο σε όλες του τις εκφάνσεις χωρίς ηθικό φίλτρο (μιλάμε άλλωστε για τον Musk), χωρίς προειδοποίηση, και, το χειρότερο, χωρίς να το έχεις ζητήσει. Απλά εμφανίζονται.
Αυτή η κανονικοποίηση της αποκτήνωσης έχει επιφέρει μια τρομακτική ανοσία. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στον ψυχισμό του μέσου χρήστη δεν είναι απλώς εξοικείωση, είναι μια βαθιά, δομική απευαισθητοποίηση. Αν το Faces of Death ήταν μια επίθεση στις αισθήσεις, το σύγχρονο αιματοβαμμένο feed είναι μια αργή, μεθοδική λοβοτομή της ενσυναίσθησης. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει ένα βιολογικό όριο στο πόσο πόνο μπορεί να επεξεργαστεί. Όταν η φρίκη σερβίρεται σε 24ωρη βάση, ο αμυντικός μηχανισμός μας δεν είναι η δράση, αλλά η απάθεια. Βασικά μετατρέπουμε την τραγωδία σε background noise για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τη μέρα μας.
Διαβάζω πως τον Απρίλιο θα κυκλοφορήσει το remake του Faces of Death που όμως δεν θα είναι shockumentary αλλά ταινία μυθοπλασίας όπου η moderator ενός σάιτ ανακαλύπτει πως ένα γκρουπ χρηστών αναπαριστά τους θανάτους του original φιλμ. Σκέφτηκα ότι είναι πολύ λογικό να εγκαταλειφθεί για το remake το αυθεντικό concept της συρραφής πραγματικών σκηνών φρίκης και θανάτου. Ποιος θα πάει (ή κάτσει) να δει για μιάμιση ώρα αυτό που εμφανίζεται τακτικά στο κινητό του σε μικρές, ολιγόλεπτες, δόσεις;
Και που να αρχίσει να ξεσαλώνει και το ΑΙ.